Χόρεψα με πόδια γυμνά
πάνω σε καμένο χώμα.
Ήταν η μεγάλη του θέρους γιορτή
μου είχαν κλέψει τα παπούτσια
σε ηλικία τρυφερή οι Ακάνθινοι
άλειψαν στα δάχτυλά μου το πιο πικρό οξύ
να μην έχει αίσθηση, έλεγαν, να μπορέσει να σταθεί.
Περπάτησα πολύ πριν φτάσω ως εκεί
Μίλια βήματα, ξυράφια οι αιχμές,
ανηφοριές να σου κόβουν την ανάσα
και πέτρωσαν οι φτέρνες
απέκτησα σιγά σιγά άκρα φολιδωτά
τα χάιδευα τις νύχτες
πέλη από βελούδα ανάποδα.
Τα φόρεσα, μ’ αυτά χόρεψα στη μεγάλη γιορτή
σε γη καυτή κι ήμουν ήδη μορφή Χιμαιρική.
Ήταν πια αργά
όταν άκουσα τ’ αηδόνι γλυκά να μου λαλεί.
