Ω άθλιο νερό
γης λιμασμένης,
που ο φίλος της ταβέρνας
του κάποιου δυστυχούς
υποκειμένου
σας μήνυσε,
πως ο αυτάρκης άνθρωπος
ονόματι Δημήτριος
τόπους πεθύμησεν
υδάτινες ερήμους
κι ασύμμετρες ποσότητες
με την αποθυμιά
ερρέξατε
για τη κατάχτησή του
Παλιές πεδιάδες, ανόργωτες,
γεροντικά πελάγη
μ’ αναρμένιστα κορμιά,
μορφές δοκιμασμένες
στην ασωτιά του μοναχισμού,
σε κείνονε δοθήκατε
στο γείτονα άνθρωπο.
Παραβίασα πρώτος εγώ
της αυτάρκειας τη μικρή αρχή
Παραβιάζω τις αρχές
των υπαρχόντων,
ετοιμάζω την ανάγκη μου,
ζητάω συντροφιά.
Οι Βάρβαρές μου αγγελίες,
οι παράνομες,
κινήσανε τα όντα.
Ταραχές
Η γέννηση της τρίτης
κατάστασης.
Ξωφλημένοι μουσικοί
σ’ άχωμες νυχτιές γιορτής.
Τεχνίτες που πασχίζουνε
να μείνουνε τέτοιοι,
πουλώντας ακριβά
τους αιχμαλώτους τους.
Κορμιά ξεσπιτωμένα,
σταθμοί, οικογένειες,
άμαξες εχθρικές,
αρρωστημένα θηλυκά
τροφές, αξίες και άλλοι
ζυγώνουνε τον παράνομο.
Μαρτυράω.
Σε λίγο θ’ αποκτήσω
την ικανότητα θανάτου.
Υπηρετείστε με.
Αδύνατον αδελφοί,
όσοι φορέσανε κασκέτα στους ανθρώπους
και τους ποστιάζουνε στις στοές
του κάρβουνου
να ‘χουνε ανάγκη από φως.
Αδύνατον
έντιμοι αδελφοί,
οι κρατικοί βελτιωτές
οπού μισούνε την επιφάνεια,
να ψάξανε για γης.
Αδύνατον
ωραίοι αδελφοί,
όσοι ξερνάνε στα ποτάμια
στις όχθες χτίζοντας
αγχόνες,
να θέλουνε νερό.
Ω αυτάρκεις αρνητές
σάς σέρνω, τις αρχές σας
καταργώντας.
*Από τη συλλογή “Η Παρουσία των Όντων”, Πύργος Ηλείας 1979, σελ. 17-19
