Η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Σκοπός της είναι να αλλάξει την συνείδηση των υποκειμένων που 9α γίνουν φορείς αυτής της αλλαγής. Αυτός ο κόσμος παράγει δυστυχία, ανισότητα, απολυταρχία και μαζική αποβλάκωση. Αυτός ο κόσμος πρέπει να αλλάξει. Ο ρόλος κάδε μορφής τέχνης και δημιουργικής έκφρασης, ο ρόλος της ποίησης, της ζωγραφικής, του κινηματογράφου και του βίντεο art, της μουσικής, του θεάτρου και της performance, ο ρόλος της εικόνας, του λόγου, του ήχου και κάδε μορφής μαγικής τελετουργίας των αισθήσεων είναι να αναζητήσουν εικόνες, λόγο και τελετουργίες που να προεικονίζουν και να πραγματώνουν, στα όρια του εφικτού και πέρα από αυτά, τις εικόνες, τον λόγο και τις τελετουργίες των αισθήσεων ενός κόσμου χωρίς δυστυχία, χωρίς ανισότητα, χωρίς εξουσία, χωρίς μάζες υποδουλωμένων και αποβλακωμένων ανθρώπων.
Άρα, όποια και αν είναι η μορφή, όποια και αν είναι η ειδική αισθητική τάση ή οι δημιουργικές καταβολές, προβολές και επιλογές του καλλιτέχνη η τέχνη του είναι πολιτική.
Με αυτό τον τρόπο δηλώνεται σαφώς ότι δεν μας απασχολεί το ύφος, η μορφή και οι αισθητικές επιλογές του καλλιτέχνη. Το Θέαμα, η μετατροπή δηλαδή όλων των σχέσεων, όλων των αναγκών και όλων των επιθυμιών μας σε εμπόρευμα έχει πλέον απορροφήσει και αφομοιώσει όλες τις μορφές, όλα τα στυλ, όλες τις αισθητικές επαναστάσεις. Η επανάσταση του μέλλοντος δεν δα έχει μια αισθητική, δα είναι το τέλος της κυρίαρχης αισθητικής και η πλήρης απελευθέρωση των δημιουργικών και εκφραστικών δυνατοτήτων του ανθρώπου με όλους τους πι-δανούς και απίθανους, γνωστούς και άγνωστους τρόπους. Πάνω από όλα λοιπόν στην εποχή μας δεν μας απασχολεί το στυλ και η φόρμα που επιλέγει ο καλλιτέχνης να εκφραστεί αλλά μας απασχολούν οι προθέσεις του και η δέση που ο ίδιος θέλει να πάρει στη συλλογική προσπάθεια απελευθέρωσης της ανθρωπότητας.
Στις αρχές του 21ου αιώνα δηλώνουμε ανενδοίαστα ότι δεν υπάρχει ένα στυλ ή ένα ύφος στην Τέχνη που μπορεί να φέρει την επανάσταση. Αυτό είναι το συμπέρασμά μας σχετικά με τις πρωτοπορίες των αρχών του 20ού αιώνα που πίστεψαν ότι μπορούσαν να δώσουν μορφή και στυλ στην επανάσταση μετατρέποντας τους εαυτούς τους τελικά σε διακοσμητές και υμνωδούς, σαλτιμπάγκους αυλοκόλακες μικρών και μεγάλων δικτατόρων.
Από την άλλη όμως γνωρίζουμε πως η πολιτική συνείδηση του καλλιτέχνη και η δέση που επιλέγει να τοποθετήσει τον εαυτό του παράγει ένα χάσμα ανάμεσα στους διάφορους καλλιτέχνες, τις διαφορετικές επιλογές τους και κατ’ επέκταση τις ίδιες τις κοινότητες που τους στηρίζουν. Θεωρούμε λοιπόν πως υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στη δράση και τη σκέψη μας και την ανάλογη δράση και σκέψη των καθεστωτικών καλλιτεχνών, υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στις επιλογές και τις προ-δέσεις των φορέων της υψηλής άρα κυρίαρχης κουλτούρας και της δικής μας κουλτούρας. Τοποθετούμε λοιπόν τους εαυτούς μας από τη μία μεριά του οδοφράγματος και από την άλλη τους καθεστωτικούς καλλιτέχνες.
Πολύ δε περισσότερο, και εν αντιθέσει με την παραδοσιακή αριστερά, ονομάζουμε πολιτική Τέχνη είτε το αναγνωρίζουν οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες για τους εαυτούς τους είτε όχι, και όλες αυτές τις μορφές καθεστωτικής τέχνης που αναπαράγουν τις μορφές κυριαρχίας του παρόντος κόσμου. Το ηλίθιο χαμόγελο της τηλεπαρουσιάστριας στις εκπομπές πρωινής αποβλάκωσης είναι πολιτική τέχνη. Τέχνη της δεξιάς, τέχνη της συντήρησης, τέχνη της αναπαραγωγής των σχέσεων κυριαρχίας… άρα πολιτική Τέχνη. Τα μεγάλα εμπορικά θέατρα και οι Όπερες, οι κρατικοί θίασοι και οι κρατικοδίαιτοι πειραματιστές με το «απολιτίκ» μπλαζέ απαξιωτικό ύφος είναι πολιτική Τέχνη, οι μεταμοντέρνοι αποτιμητές του τέλους των επαναστατικών οραμάτων και οι ακαδημαϊκοί απολογητές της ήττας είναι καλλιτέχνες του πνεύματος της ηττοπάθειας και της υποδούλωσης.
Ο στρατός στελεχών της διαφήμισης και των υπουργείων πολιτισμού, τουρισμού, παιδείας και θρησκευμάτων, των εταιριών διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και επιχορηγήσεων καινοτομίας και Τέχνης, όλοι αυτοί είναι πολιτικοί καλλιτέχνες, στρατευμένοι καλλιτέχνες, στρατευμένοι συνειδητά ή εν αγνοία τους στη διαιώνιση των σχέσεων κυριαρχίας… άρα στρατευμένοι εναντίον όλων εμάς που αγωνιζόμαστε για την πανανθρώπινη απελευθέρωση από όλες τις σχέσεις καταναγκασμού και κυριαρχίας.
Αυτή είναι μια μορφή ακραιφνούς πολιτικής τέχνης που στη μεταμοντέρνα εποχή μας παρουσιάζεται με την πρόφαση της αποϊδεολογικοποιημένης ελεύθερης έκφρασης, ενώ την ίδια στιγμή με τις επαφές, τις επιλογές και τις ιδέες της στηρίζει την πιο ακραία, την πιο καταστροφική, την πιο απάνθρωπη ιδεολογία, την πιο ανεξέλεγκτη συνθήκη διακυβέρνησης που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, τον νεοφιλελευθερισμό.
Επιχορηγούμενα μουσεία και κέντρα σύγχρονης τέχνης, θίασοι αυλοκόλακες και ποιητές των υπουργείων και των εταιριών, γλύφτες curators και ακίνδυνοι για το σύστημα απολιτίκ πειραματιστές σκηνοθέτες που κρύβουν την απουσία περιεχομένου πίσω από ψευδοαναζητήσεις στη μορφή και τη φόρμα, τραγουδιστές της ηλιθιότητας και σπουδαίοι συγγραφείς του μικροαστικού τίποτα.
Από την άλλη μεριά του οδοφράγματος, τη δική μας μεριά, ενός οδοφράγματος που δημιουργούμε κάθε στιγμή εμείς οι ίδιοι με τις επιλογές και τη στάση μας, γνωρίζουμε πως υπάρχουν οι πνευματικοί μας φίλοι, οι εραστές μας και οι σύντροφοί μας, υπάρχει η δική μας πολιτική Τέχνη, οι δικοί μας πολιτικοί καλλιτέχνες. Επαναστατημένοι δημιουργοί και διασαλευτές της δημόσιας τάξης, εκστατικοί εμπνευσμένοι άγιοι, άγνωστοι και νέοι καλλιτέχνες χωρίς χρήματα και μέλλον, εμπρηστές γραφείων εταιριών και ακριβών αυτοκινήτων, νεαρά παιδιά που χαμογελούν με την καρδιά τους γεμάτη έρωτα για τη ζωή και την ελευθερία πίσω από τις μαύρες κουκούλες τους στις άκρες ενός φλεγόμενου δρόμου, περιπλανώμενοι αναζητητές του αγνώστου, ταξιδευτές ποιητές, εφευρέτες νέων νοημάτων και νέων λέξεων, μουσικοί που ανακαλύπτουν νέες περιοχές του ήχου της ατέρμονης ψυχικής πίεσης της ζωής στις σύγχρονες μητροπόλεις της Δύσης, τεχνολόγοι εφευρέτες του τέλους της εργασίας για χάρη της ελεύθερης ανεμπόδιστης δημιουργικότητας, διαδηλωτές που ουρλιάζουν με όλη τους τη δύναμη «Απόψε Πεθαίνει ο Φασισμός», ένα παιδί ευτυχισμένο που κοιτάζει τη μάνα του και της λέει «Ήρθε το Καλοκαίρι!», κορίτσια που ερωτεύονται άλλα κορίτσια και γράφουν σύντομα κρυφά ποιήματα για την απελπισία του έρωτα και τη δύναμη της αγάπης, αγόρια που στέλνουν ρομαντικά ραβασάκια από chat και sms, άστεγοι που ζωγραφίζουν τον πόνο τους στους δρόμους της πόλης, απάτριδες νομάδες, γιαγιάδες που προσφέρουν ένα πιάτο φαί σε πεινασμένες μετανάστριες, φτωχοί στα όπλα, καθαρίστριες, υπηρέτριες, τυφλοί, ανάπηροι που δέχονται επιθέσεις με δακρυγόνα από την αστυνομία στις εισόδους των υπουργείων, και αντεπιτίθενται με τα κουρασμένα τους σώματα, οι άνθρωποι που συνεχίζουν να αγαπούν τη ζωή και θέλουν να υπερασπιστούν την αξιοπρέπειά τους με κάδε τίμημα, άνθρωποι απλοί και καθημερινοί που ξέρουν ότι ζούμε μία και μοναδική στιγμή σε αυτό τον κόσμο, και όμως πρέπει να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε διαρκώς μέσα στους αιώνες για την ελευθερία, για όλους όσους αγωνίστηκαν πριν από εμάς για εμάς, και για όλους όσους θα συνεχίσουν να αγωνίζονται, όταν εμείς πλέον θα έχουμε ολοκληρώσει το δικό μας χρέος, το χρέος που εμείς επιλέξαμε για τους εαυτούς μας.
Αυτό το χρέος που μας ενώνει με τους πεινασμένους αγρότες του Μεσαίωνα που έσφαξαν τους βασιλιάδες, τους φεουδάρχες και τους παππάδες της δικής τους εποχής ουρλιάζοντας «Όλα Κοινά, Όλα Για Όλους Ίσα».
Αυτή τη δύναμη και την ελπίδα που μας κάνει και εμάς σήμερα να ουρλιάζουμε στους δρόμους του κόσμου:
«ΘΑΝΑΤΟΣ στους ΤΥΡΡΑΝΟΥΣ! ΖΗΤΩ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ».
Αυτή είναι η δική μας ποίηση /αυτή είναι η δίκιά μας εξέγερση:
«ΘΑΝΑΤΟΣ στους ΤΥΡΡΑΝΟΥΣ! ΖΗΤΩ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ».
*Το κείμενο της συλλογικότητας Κενό Δίκτυο διαβάστηκε στην εκδήλωση «Ποίηση & εξέγερση» που διοργανώθηκε στην κατάληψη «Εμπρός» στις Ι5·4·20Ι4·
**Ο Τάσος Σαγρής είναι θεατρικός σκηνοθέτης, ποιητής και αρθρογράφος. Συμμετέχει στη συλλογικότητα Κενό Δίκτυο.
***Από το περιοδικό «Ένεκεν», τεύχος ΑΠΡΙΛΙΟΣ ΜΑΪΟΣ ΙΟΥΝΙΟΣ 2014 *(σελ. 82-85).
