Τα σκοτωμένα αγρίμια
και οι άντρες που πέθαναν ρημάζοντάς τα.
Των παρθένων πουλιών οι σπασμένες φτερούγες
όταν οι νίκες σιώπησαν.
Το μουρμουρητό ενός τραγουδιστή
πριν την πρώιμη άχνα
σαν το γλέντι είχε χωνέψει.
Δυο παιδιών η γνώση
αφού το πηγάδι είχε στραγγίξει.
Ενός ξερόχορτου η άπνα
καθώς το στόμα ξεχνούσε
και η γλώσσα σάλιωνε
της σκοταδιάς τη γεύση.
Η σιγαλιά στην ξένη εποχή
που μάθαινε
πώς ν’ αναρτήσει μια γιορτή.
Κάθε νύχτα που γερνάει
και συνωστίζεται
και χρειάζεται.
Ένα αστέρι όταν γεννιέται ο κανείς.
μια φάρσα ονείρων για να ζήσει.
Κι ένα κομμάτι ξύλο να πεθάνει.
*Από τη συλλογή “Ο διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο”, Διαδικτυακή έκδοση Ενδυμίων, 2009, σελ. 14
