ΟΥΚ ΕΦ’ ΗΜΙΝ
Ένα προς ένα μου ’δειξε τα ωραία δωμάτια
ο «καλός μου φίλος»
και με συγκρατημένο κομπασμό μου «εξηγούσε»…
Τι πλούσιος διάκοσμος, τι εξαίρετο σπίτι!…
Κ’ εγώ φτωχός, σχεδόν τρωγλοδύτης,
σκέφτηκα εσένα, καλέ μου Επίκτητε˙
και,
λησμονώντας όσα μαρξιστικά έχω διαβάσει,
είπα: Δε βαρυέσαι!
Αυτό το ζώο έχει καλύτερη φωλιά!..
ΕΙΔΥΛΛΙΟ
Στη λιμνοθάλασσα
της λογιότητός μας
κάθε ποιητής και καλάμι!
Ως κ’ οι καλοί,
οι αναντίλεκτα καλοί,
κουνάνε τις φουντίτσες τους
μόλις αρχίσει να φυσά η φήμη…
Στις όχθες
-εκεί π’ ανοίγει η αγορά-
βάτραχοι κοάζουν…
ΕΝΑ ΠΡΩΙ ΒΡΗΚΑ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΑΛΛΑΓΜΕΝΗ
Κάτι βαθύ
σκέφτετ’ η θάλασσα,
κι ακινητεί.
– Της πέταξα μια πέτρα
κι άλλη μία
δεν ταράχτηκε˙
μόνο τις τράβηξε αργά πέρ’ απ’ την όραση
κ’ έκλεισε πάλι.
–
Παράξενη ησυχία-απειλητική.
Τίποτα δεν κινείται.
Μόνο τα βότσαλα
αδιόρατα ριγούν
και μυρμηγκιάζουν,
λες κι ακουμπάει
τα λεία πρόσωπά τους
κάτι κακό και σιχαμένο κι όλο χνούδι,
και τα φύκια,
πατημένα ανασαίνουν,
μισά χλωρά, μισά γιομάτ’ αλάτι,
σαν τα μαλλιά του πεθαμένου
που μεγαλώνουν λίγο ακόμη.
Ανεξήγητο τοπίο.
Αβάστακτος κόσμος, ορυκτός,
πάμε να φύγουμε, ψυχή μου.
