ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ
Τι δουλειά, όντως, έχουμε,
Όταν όλα στάχτη γίνονται,
Πάνω από τόσους γκρεμούς τραγουδούσα
Και μέσα σε τόσους καθρέφτες ζούσα.
Ας μην είμαι όνειρο, ας μην είμαι χαρά
Και λιγότερο απ’ όλα ευλογία
Μα, ίσως, πιο συχνά απ’ ό,τι πρέπει
Να πρέπει να σε θυμάμαι ―
Καθώς και το βουητό των αράδων που σβήνουν,
Και των ματιών που κρύβει στο βυθό
Εκείνο το σκουριασμένο αγκαθωτό στεφάνι
Στην ανησυχητική σιγαλιά.
6 Ιουνίου 1963
***
ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ
Ήταν πάνω μας, σαν άστρο πάνω από τη θάλασσα,
Αναζητώντας με αχτίνα το ένατο θανάσιμο ύψωμα,
Εσύ την αποκάλεσες πένθος και δεινά,
Μα ποτέ δεν την είπες χαρά.
Τη μέρα μπροστά μας σα χελιδόνι πέταγε
Χαμόγελο στα χείλη της άνθιζε,
Τη νύχτα όμως με χέρι παγωμένο στραγγάλιζε
Τους δυο μας μαζί. Σε πόλεις διαφορετικές.
Μη συμφωνώντας με τις υμνολογίες,
Λησμονώντας όλες τις παλιές αμαρτίες,
Ξαπλωμένος στης αγρύπνιας τα προσκεφάλια,
Μουρμουρίζει ποιήματα παλιά.
23-25 Ιουλίου 1963
*Μετάφραση Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης. Από το http://entefktirio.blogspot.com.au/2014/12/blog-post_43.html
