Ω! οι λιτανείες του πόνου της ψυχής του απόκρυφου,
που αναίτια κι ασυναίσθητα αναβρύζει μέσα μου,
έτσι, ως οι αναβόλοι από τη θάλασσα,
στα δειλινά τα θλιβερά και τα γιομάτα ερήμωση,
όταν τα μάτια μου δακρύζουν για το θάνατο
του ήλιου πέρα εκεί…στα ωκεάνια κύματα.
Ω! οι λιτανείες της θλίψης της αναίτιας,
όπου μαζώνουνται – έτσι ως σμάρι κορακιών
πάνου από σαπισμένα πτώματα άταφα.
