*
έσταζε
η σάρκα,
και φούντωνα στο δισταγμό
στα χείλη να δώσω
αμαρτήματα,
και ο θεός μου και άθεος,
σε ακατοίκητο
χνούδι,
έφτιαχνε ρωγμές
και τις
ξανάκλεινε,
κυλιόμουν στο σάλιο και φρενάριζα στα δάκτυλα:
για να ρωτά
το θαύμα της κόλασης,
αν ήμουν ακόμη τρελός που αγκαλιάζομαι
με αυτούς
που έχουν,
εγκλήματα ψυχής
σε κάγκελα
*
και στο υπόλοιπο της νύκτας,
από το παράθυρο,
κακοφωτισμένοι
δρόμοι,
να πεινούν
το σχοινί
της εξομολόγησης:
έστηνα το δίποδο της προσευχής κι έβγαζα ένα γονάτισμα,
σε στάση ψέματος,
για το σπέρμα
που σκορπούσα στα όνειρα
και για την απόσταση που δεν γνώριζα
μέχρι
την ανάσταση
* alexmil ©
