Γιατί ἔβαλαν ψάθες στὰ μπαλκόνια,
προστατευτικές;
Γιατί κανεὶς ἀπ᾽ τοὺς γειτόνους δὲν μᾶς χαιρετάει
μόνο μᾶς ἀποφεύγουν ἀκόμη καὶ στὸ ἀσανσέρ;
Τὸ σίγουρο εἶναι πὼς εἴμαστε ἄνθρωποι κλειστοὶ
καὶ ὁπωσδήποτε ἁμαρτωλοί,
δὲν πολυαγαπᾶμε τοὺς ἀνθρώπους
μπροστὰ καὶ πίσω ἀπ᾽ τὶς κουρτίνες
ποὺ ζοῦν κατὰ τοῦ Νόμου τὶς μπηχτές.
Δεχόμαστε μόνο κορμιὰ
καὶ χάνουμε γιὰ λίγο τὸ κορμὶ μας
γιὰ νὰ γελιέται ἡ ἐλπίδα
ὅταν γυρεύει τὴ διεύθυνσή μας
καὶ νὰ γελᾶμε μὲ τὸ ἀνθρώπινο γιατί.
Οἱ γείτονες φοβοῦνται
αὐτὸ ποὺ μᾶς νικᾶ καὶ μᾶς γκρεμίζει —
ἐνδέχεται νὰ ψάχνουν τρόπο
ποὺ θὰ μᾶς διώξει ἀπ᾽ τὸ σπίτι,
κι ἂς εἴμαστε οἱ παλιότεροι ἀπ᾽ τοὺς ἐνοικιαστές.
Τά ᾽χουμε δεῖ κι ἀκούσει ὅλα,
ὅπως κι ἐκεῖνοι ποὺ καραδοκοῦν
τὸ χτύπημα στὴν πόρτα,
τὸ γδύσιμο, τοὺς ἀναστεναγμούς
καὶ τὶς φρικτὲς ἀγκάλες στὸ πάτωμα τοῦ ρετιρέ.
*Από τη Μικρή Ανθολογία Συλλογών 1983-2010, σε επιμέλεια Χριστίνας Λιναρδάκη (Στίγμα Λόγου).
