Μια γυναίκα βγάζει βόλτα
την ηλεκτρική
σκούπα στο εργοτάξιο της ζωής.
Η αταξία ουρλιάζει,
Το χάος χειροκροτεί
Κολλάς ένα όνομα στην διπλανή θέση
του θρανίου σας.
Το διπλανό παιδί λείπει,
Εγκατέλειψε, γιατί;
την ίδια του τη ζωή;
Μια γυναίκα δεν ξέρει, δεν θέλει,
Χαϊδεύει το σώμα της, μάταια,
Η θλίψη σχεδιάζει μαίανδρους
στις ράγες της απορίας.
Η κραυγή των νέων,
τα παιδιά δεν ξεσπάνε για το τίποτα,
και η βαρυθυμία ακονίζει
τα μαχαίρια της.
Το ραδιόφωνο παραμιλάει
για τις συνωμοσίες κάποιων
τραπεζιτών.
Δεν σας αντέχω πια.
Θα γράψουμε τα δικά μας νέα
στην άμμο ναι, στην άμμο, το ξέρω,
με χώμα της ζωής.
Χαϊδεύει το λαιμό της, τα μαλλιά,
Ο γκαραζιέρης σηκώνει το κεφάλι του
από το καπό:
«Όχι δεν είναι έτοιμο, θα το πάρετε
αύριο».
Το αυτομιμίκο μου, αύριο;
Λεφτά, μαμά…
«Και άλλα λεφτά; μόλις σου έδωσα»,
Ναι αλλά αυτά τα θέλω για
ένα παντελόνι.
Εορτάζει το στερνοπούλι,
και το ξεχάσαμε;
Μια μάνα βγάζει βόλτα
την ηλεκτρική σκούπα
στο εργοτάξιο της ζωής.
Η αταξία ουρλιάζει,
Το χάος χειροκροτεί.
