Βάσσος Γεώργας, μεγάλη πέμπτη κοινής μοίρας το ανάγνωσμα

10325583_10204052221001689_146752084842230160_n

[μεγάλη πέμπτη κοινής μοίρας το ανάγνωσμα] όταν άκουγα τη φράση
να λάβουμε και να φάμε απ΄το σώμα του
στο μυαλό μου ερχόταν ο νονός μου ο λάκης
γεροντοπαλίκαρο κυνηγημένος από τη χούντα
που έφυγε μετανάστης το εξήντα δύο στο βέλγιο
και τον φανταζόμουν να περιφέρεται ανάμεσά μας
φορώντας μόνο ένα σεντόνι πάνω απ΄το γυμνό του σώμα
να τον ακολουθεί λυπημένη όλη η οικογένεια
στη σύλληψη στη σταύρωση
και στο θάνατο
για να λέμε την αλήθεια κανένας δεν έδινε δεκάρα
που οι μέρες του μεγάλωναν μακριά στη ξενιτειά
σε ύψος και διάρκεια σαν να κουβαλούσε ένα σταυρό
ούτε καν εγώ ο ίδιος
γιατί ενώ μου έστελνε μια τεράστια άσπρη λαμπάδα
κάθε πάσχα με την ευχή να είμαι υπάκουο παιδάκι
να μαθαίνω γράμματα και του χρόνου
να δώσει ο θεός να ανταμώσουμε επιτέλους
όπως ο καθένας μας υποκύπτει στη μοίρα του
ούτε εγώ έβαλα μυαλό ούτε εκείνος επέστρεψε ποτέ
έως ότου η μητέρα μου μια μέρα
μου είπε πως θα ξανασυναντηθούμε κάποτε
πίσω από το χρώμα του σούρουπου
στον μαβί ουρανό την εποχή που φωτίζεται
από φωτοβολίδες και βεγγαλικά
σε μια φαντασμαγορική ανάσταση
ουαί εις τον άνθρωπο εκείνο
δια του οποίου ο γιος του κάθε ανθρώπου
ανελέητα παραδίδεται στη έρημη μοναξιά του
γιατί ρε νονέ
ο κόσμος μας να είναι τόσο άσπλαχνος
που ενώ ευωδιάζει σαν τριαντάφυλλο
με πληγώνει διαρκώς ακόμα μέχρι σήμερα
που μεγάλωσα και με κάνει να υποφέρω
σαν να με κάρφωναν
χιλιάδες μαχαίρια;

Leave a comment