Η θερμάστρα που κρατώ σφιχτά στην αγκαλιά μου δεν έχει μέλλον
και το παρελθόν της μου προκαλεί ταραχή. Δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω
τους τόπους απ’ τους οποίους πέρασα και δεν καταλαβαίνω τι απέγινε
η βασανισμένη ακρογιαλιά που μέχρι πέρυσι ήταν ακόμα εφικτή μπροστά μου,
ακριβώς δίπλα στο λιμάνι, που επενδύθηκε έξυπνα με κόκκινα τούβλα
και συνεχίζει το έργο του ως σφαγείο βοοειδών.
Θα κλαις, δεν μπορείς παρά να κλαις, επαναλαμβάνει η προστακτική φωνή
που ασφαλώς μου ανήκει, ενώ εγώ αναγνώρισα, σε μια συνάντηση
ποιος ξέρει ποιων δυνάμεων που διέσχισαν τον πατραϊκό κόλπο
ηλεκτροδοτώντας ακαριαία το βυθό του, πως αυτό είναι το τέλος του κλάματος,
το ξέφτισμα της θλίψης που γεννιέται μέσα στη θλίψη και απλώνοντας το χέρι
μου δείχνει με συγκατάβαση το album με τις πολύτιμες καρτ-ποστάλ που συνέλεγα καθ’ όλη τη διάρκεια
της «λεγόμενης» ζωής μου άδειο και ωστόσο διάστικτο
από τα ανεπίστρεπτα ίχνη των μικρών πουλιών της Νορμανδίας
που στάθηκαν για λίγο πάνω του πριν φύγουν πάλι
*Δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού “Κλήδονας” (Σεπτέμβρης 2006), της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών.
