Εάν βρίσκεσαι στον δρόμο για το άδειο δαμάσκηνο
του ήλιου
δεν χρειάζεται να κοροϊδεύεις την γλώσσα που έχει
χρώμα κρασιού
αλλά εάν οδεύεις προς έναν θυμό της δεκάρας
πάνω από τον κέρινο ωκεανό ενός λιμενεργάτη
τότε, θυμήσου: όλες οι μακριές πυτζάμες είναι
παγωμένη σκόνη
εκτός εάν ένα τσεκούρι κόψει την φλέγόμενη
τεχνητή μου σπηλιά.
Είσαι ό,τι πρέπει για τις αποικιακές σαύρες
και πάνω από τα λουτρά του αφτιού σου
κρανία θα ψιθυρίσουν
για μια αγάπη για το βίαιο μαστίγιο ενός κάβουρα
και το δίχως άκρες νησί της απόρριψης θα πάρει θέση
δίπλα στο πτώμα ενός σκύλου
που προλαβαίνει πάντα έναν κυκλώνα
στην τρελή διαδρομή για το γάντι
πυγμαχίας του Απόλλωνα.
Καθώς τα δάχτυλά σου έλειωναν μια έρημο
έγινε μια προσπάθεια να παντρευτεί ο κρινοσυκοπόδαρος δράκος
γοργόνες τριγυρίζουν και παίζουν με έναν ζωντανό σταυρό
ένα παιδί επινοεί έναν υπέροχο κουβά με μάτια
κι εγώ απελευθερώνω την ανατολή των επιθυμιών σου.
Ο πάταγος της καρδιάς σου
που χτυπά καθώς προχωρά μέσα από έναν πυρετό ψαριών
ακούστηκε σε κάθε πλήθος εκείνης της διψασμένης αυριανής ημέρας
και το ταξίδι σου τελειώνει στο χορόδραμα των
φωτισμένων με κεριά μαλλιών μου.
*Από τη συλλογή “Touch of the Marvelous” (“Άγγιγμα του Θαυμαστού”), 1966. Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος. Τα πήραμε από το περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 1, Σεπτέμβρης 2006 (σελ. 31-32).
