τι ωραία που κυλάει η ζωή μου πατέρα
άθελά μου
ακολουθώντας τα βήματα σου συνειδητοποιώ
πως βρεθήκαμε να κάνουμε περίπατο στο ίδιο χάος
έτσι ωραία να σιγοτραγουδάμε καντάδες τις νύχτες
εσύ εξαφανισμένος από τα μάτια του κόσμου
κι εγώ στο δικό μου χαβά
μεθυσμένος στα χειρότερα κωλόμπαρα
να σε σκέπτομαι σαν καλός γιος
να σπαράζω σαν κακός ποιητής
στα χωριά της πατρίδας σου όποτε τριγυρνώ
οι άνθρωποι που με κοιτάνε στα μάτια
εν ριπή
θυμούνται το όνομα σου
και όλοι έχουν να πούνε ένα καλό λόγο
για τη πολύπλοκη καλοσύνη σου
ενώ εγώ απ΄τη ζήλια μου αλείφω μια φέτα ψωμί
με λάδι και χονδρό αλάτι
και μετανιώνω που ποτέ μου δεν σε άκουσα
πόσο δίκιο είχες που δεν συμφωνούσες
να διαβάζω τις νύχτες με το κερί
για να μη χαλάσω την όρασή μου
και αναγκαστώ να βάλω σαν και εσένα από νωρίς
γυαλιά μυωπίας για να μπορώ να διακρίνω
τα ψιλά γράμματα
αλλά πάνω απ΄όλα είχες δίκιο να φοβάσαι
μη τυχόν χάσω εντελώς το μυαλό μου
που μαγεμένο λόγω κληρονομικότητας του άρεσε
να χάνεται σκαρφαλώνοντας ψηλά στα σύννεφα
για να αγκαλιάσει τον ουρανό
και τα αστέρια
βυσσινί θυμός κρύβεται στα παιδικά μου μοιρολόγια
και ακούγεται σαν αμανές υπνοβάτη
που παραπατώντας ανάμεσα σε χαμένους έρωτες
μοιάζει με τρίκυκλο που έχει μπατάρει μονόπλευρα
με τα πίσω φώτα του διαλυμένα
και που στη πρώτη κιόλας απότομη στροφή
το ξέρω πως θα τσακιστεί
η καρδιά μου
