Π. Ἔνιγουεϊ
Ἐγὼ καί… ὁ ἐαυτός μου
ΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ (καὶ ἐλπίζω γιὰ τελευταῖα) φορὰ ἀπόγευμα γυρνώντας ἀπὸ τὴ δουλειά, τὸν περασμένο μήνα. Καθόταν στὸ γραφεῖο κι ἔγραφε κάτι στὸν ὑπολογιστή μου (ἀπαντοῦσε στὰ ἠλεκτρονικὰ μηνύματα τῶν φίλων μου). Ἔκλεισα τὴν πόρτα καὶ κοντοστάθηκα. Μὲ χαιρέτησε καὶ ξαναγύρισε πρὸς τὴν ὀθόνη.
«Τί θέλεις;» τὸν ρώτησα καὶ ἄναψα τὸ θερμοσίφωνα.
«Ἔχει ζεστὸ νερό. Πρὶν λίγο πλύθηκα» ἀπάντησε καὶ ἄναψε τσιγάρο.
Πῆγα γεμάτος νεῦρα στὴν κουζίνα. Ἄνοιξα μηχανικά τὸ ψυγεῖο.
«Στὸ φοῦρνο ἔχει μπριζόλες. Πρέπει νὰ εἶναι ἀκόμη ζεστὲς» τὸν ἄκουσα ἀπὸ μέσα.
Ἔφτιαξα μιὰ σαλάτα καὶ δοκίμασα μία ἀπὸ τὶς μπριζόλες του ἀργὰ ἀργὰ καὶ προσεχτικά. Φοβόμουν μὴ μὲ δηλητηριάσει. Σκεφτόμουν πόσο καιρὸ θὰ μείνει μαζί μας. Καὶ βέβαια τί ἀντίδραση θὰ ἔχει ἡ Στέλλα, ἡ γυναίκα μου, μόλις τὸν δεῖ.
Ἔκανα μπάνιο, ξυρίστηκα καὶ πῆγα στὸ σαλόνι.
«Σὲ παρακαλῶ ἄλλη φορὰ…
View original post 435 more words
