Philip Lamantia, Δύο ποιήματα

004479


ΑΓΓΙΓΜΑ TOY ΘΑΥΜΑΣΤΟΥ

Οι γοργόνες έχουν έλθει στην έρημο
στήνουν ένα μπουντουάρ δίπλα στην καμήλα
που ξαπλώνει στα τριανταφυλλένια τους πόδια

Ένας αλαβάστρινος τοίχος έχει σχεδιαστεί πάνω από τα κεφάλια μας
από τέσσερεις ανθρώπους του ουράνιου τόξου
που οι γυμνές τους σιλουέτες αναδίδουν ένα φως
που σπαρταρά αργά πάνω στην άμμο

Με έχει αγγίξει το θαυμαστό
καθώς οι γοργόνες περνούν τα ευκίνητα δάχτυλά
τους μέσα από τα μαλλιά μου
που έχουν πέσει για πάντα από το κεφάλι μου
για να καλύψουν το σώμα μου
τον άγριο καρπό της παραφροσύνης

Ιδού το μπουντουάρ πετά απομακρυνόμενο
κι εγώ κρατιέμαι πάνω στο πόδι της ωραίας
που κάτω από την θάλασσα ονομάζεται
ΜΠΙΑΝΚΑ
Μετατρέπεται
με τη γοητεία ενός πουλιού
σε δυο γιγαντιαία χείλη
κι εγώ πέφτω τώρα μέσα στο κύπελλο της αυτοκτονίας

Είναι η αγγελική κούκλα που μαύρισε
είναι το τέκνο χαλασμένων ανελκυστήρων
είναι η γεμάτη τρύπες κουρτίνα
που δεν θέλεις ποτέ να ξεφορτωθείς

είναι η πρώτη γυναίκα και ο πρώτος άντρας
κι εγώ είμαι χαμένος που την έχω

Διψώ για τα μυστικά του σαδιστικού ψαριού
βουτώ μέσα στην θάλασσα
ψάχνω για την περιοχή
όπου ο καπνός των μαλλιών σου είναι πυκνός
όπου σκαρφαλώνεις ξανά τον άσπρο τοίχο
όπου τα τύμπανα των αφτιών σου παίζουν μουσική
στην γάτα που σέρνεται μέσα στα μάτια μου
ανακαλώ στη μνήμη μου εσένα ΜΠΙΑΝΚΑ

Ψάχνω πέρα από την ώρα και την μέρα
για να βρω εσένα ΜΠΙΑΝΚΑ

***

ΠΤΕΡΩΜΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ

Μια ψυχή μουσκεμένη στο γάλα του μαρμάρου
διασχίζει το δάπεδο μιας βραδιάς
που καλπάζει χαμένη πάνω σε μια γυμνή παρθένο
αποκτά δύναμη πάνω στον ανιαρό άνθρωπο:
είναι μια ψυχή που την έχουν ρουφήξει λεπροί

Ποια υγρή ώρα θα καθηλώσει
το τραγούδι της πάνω στην γάτα μου
με τον λαιμό όλου του χώρου;

Είναι πρωί και μπορεί να χάσω
την τρομερή επίστρωση της δυσθυμίας
που με έχει κουλουριάσει σαν έναν αλυσοδεμένο δράκο

το λουλούδι που εκρήγνυται με βλέφαρα
Α! ένας πυρετός ο σκελετός του εμπρησμού!
έρχεται να ξεκουραστεί πάνω στο οχυρό των αθανάτων

το διάδημα τρεμοπαίζει και σβήνει
καθώς τρέχει προς το βυτίο των αλατισμένων μωρών

Αναρριχώνται πάνω στον τοίχο στο στιλέτο μου
είναι παραγεμισμένα με κούνιες
η εποχή των τρελών πουλιών έχει φθάσει!

Έχουν έρθει για να βιάσουν την πόλη
μαστιζόμενη από στυγνούς υπαλλήλους
και να στείλουν τους φαλακρούς ιερείς
κάτω στην λιμνούλα με τις θανάσιμες άγκυρες

Οι παρελάσεις είναι η μαγεία ενός εγκεφάλου
στοιβαγμένου σαν το νερό ενός ωκεανού
απολαμβάνω την δημιουργία ενός ανθρώπινου τραπεζιού
που να βρίσκεται στο κέντρο ενός παραλήρούντος πλήθους
Υπάρχουν πουλιά που κουρνιάζουν πάνω στα κόκκαλά μου
που σύντομα θα πλημμυρίσουν τις λεωφόρους
με τα φιδίσια φτερά τους
βρίσκομαι σε ένα σπίτι που έκτισε ο Gaudi
«Μπορώ να μπω μέσα;»

*Από τη συλλογή “Touch of the Marvelous” (“Άγγιγμα του Θαυμαστού”), 1966. Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 1, Σεπτέμβρης 2006 (σελ. 31-32).

Leave a comment