ΚΛΙΝΗ ΣΠΟΡΟΥ, ΚΑΛΗ
Ήταν καλό το χωράφι
στρωμένο σαν κρεβάτι,
ίσιο.
Το χώμα μαύρο άχνιζε ευωδία,
τίμιος ιδρώτας πότιζε τα σωθικά του
κι εύρισκε ο σπόρος να ριζώσει
κλίνη καλή.
ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΙΣ 1963
Την κοίταζα,
ήθελα να κάνει μια κίνηση,
ν’ απλώσει το γέρικο χέρι της
να με χαϊδέψει…
Ύστερα κάτι να με φιλέψει …
Ποτέ δεν έκανε μια τέτοια κίνηση
φύλαγε γι’ άλλους την αγάπη της.
Εκείνη ήταν η τρανή.
Εγώ, ήμουνα του αντάρτη.
ΔΕΝ ΤΟΝ ΒΛΕΠΩ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
Είμαστε μές στη σάλα
και κοιτάμε τον καθρέφτη.
Σώμα δεν έχει,
μόνο η ανάσα του,
πάνω στο τζάμι σβήνει…
*Από τη συλλογή “Κλίνη Σπόρου, Καλή”, εκδόσεις Οροπέδιο, 2009, σελ. 9, 15 και 43 αντίστοιχα.
