κανένας οιωνός
μόνο ένα ρίγος στην ενέδρα της μέθης
αναψηλαφώντας τ’ ολισθηρό χείλος
του κάλυκα, το ανήσυχο κεντρί
που ήταν ουσία ορατή,
τον ξέχειλο ολολυγμό του ήλιου το μαύρο
του φωτός που προδίδει τα δάχτυλα,
έτσι σμηνουργεί σε ροές αγρύπνιας
η εικόνα στην οποία το χέρι προσθέτει
την κοπή και τη σκιά και μέσα στη σκιά
το σημάδι που μιλά για ένα σώμα
όπου το πρωί καταγράφεται
σε πληγές και σταυρούς όπου το γιατρικό
του οίκτου πεσμένο τριγύρω
έφερε κατάρρευση φράγματος και λαβύρινθος
φωνών προκύπτει τώρα στην αφή
Il taglio e l’ombra
nessun presagio
solo un fremito di ebbra insidia
ripensando l’orlo franato
del calice il pungolo inquieto
che fosse visibile sostanza
l’urlo tracimato del sole il nero
di luce che tradisce le dita
così sciama in rivoli d’insonnia
l’immagine a cui la mano aggiunge
il taglio e l’ombra e dentro l’ombra
il segno che racconta un corpo
dove il mattino è scritto
in piaghe e croci dove il farmaco
pietoso rovesciato intorno
era cedimento d’argine e labirinto
di voci appare ora al tatto
*Από την ενότητα «Στίχοι γραμμένοι με τα μάτια», σε μετάφραση και επίμετρο Ευαγγελίας Πολύμου. Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr
