Στα πλαίσια του αστικού πολιτισμού, η τέχνη είναι μια κατακερματισμένη ανθρώπινη δραστηριότητα σε μια διαχωρισμένη κοινωνική σφαίρα. Αφορά ιδιαίτερους κώδικες, καλλιεργημένες ικανότητες, επαγγελματικό καθεστώς, επιτηδευμένα μαγαζιά, ψαγμένες προθήκες, μελέτη αγοράς και προώθησης των έργων-προϊόντων, ξεχωριστό υπουργείο ελέγχου και διαχείρισης. Η ‘τέχνη’ έτσι πλαισιώνει έννοιες, ρόλους και καταστάσεις που πραγματώνουν κι εξαντλούν την ουσία τους στα όρια που θέτουν θεσμισμένες πραγματικότητες, εξουσιαστικές αντιλήψεις και εμπορευματικές λογικές. Μέγαρα μουσικής και γκαλερί, μαικήνες και επαγγελματίες καλλιτέχνες, δημοπρασίες και πολυχώροι διασκέδασης, συνιστούν τον κόσμο της τέχνης και της διανόησης.
Με μία απελευθερωτική προσέγγιση, η τέχνη δεν μπορεί παρά να συνθέτει μία ακόμη έκφανση και δραστηριότητα της καθημερινής ζωής, με τα βιώματα και τις προσδοκίες που τη χαρακτηρίζουν, την πραγματικότητα και το φαντασιακό της περιεχόμενο. Η τέχνη αυτή διαχέεται σε κάθε στιγμή, ακολουθώντας, εκτονώνοντας και απελευθερώνοντας τη σχέση του ανθρώπου με όσα του συμβαίνουν και όσα προκαλεί. Προσπαθεί με τους τρόπους της να ελαχιστοποιήσει χρονικά την απόσταση του ονείρου από την πραγματικότητα στην καθημερινή πράξη. Κατεργαζόμαστε έτσι μια τέχνη στη βάση της ολότητας της καθημερινής ζωής και επομένως στην προοπτική της κατάργησης κάθε διαχωρισμού.
Αντιλαμβανόμαστε αρχικά την τέχνη ως τη διαδικασία με την οποία ένας άνθρωπος παράγει κάτι προσπαθώντας να διατυπώσει τις σκέψεις ή τις συναισθήσεις του. Μέσα από μια καθημερινή ανάλωση της έκφρασης, όπου ο άνθρωπος άλλοτε αναπαράγει άκριτα κώδικες και συμπεριφορές κι άλλοτε απαξιώνει κάθε επικοινωνία, ανακαλύπτει ότι μπορεί να ξεδιαλέγει στιγμές και να εκφράζει με το δικό του μοναδικό τρόπο αυτά που σκέφτεται και αισθάνεται. Η συνείδηση αυτών των στιγμών και η συγκρότησή τους σε μία συνολική στάση επικοινωνίας είναι το σημείο αναφοράς της τέχνης του. Από τη στιγμή που η συνείδησή αυτή βασίζεται σε μία διαφημιζόμενη χαρισματικότητα, μια ακαδημαϊκή καλλιέργεια, μια επαγγελματική καριέρα, μια ματαιόδοξη φήμη ή μια κοινωνική επιβεβαίωση, τότε κατοχυρώνεται ένας καταλυτικός διαχωρισμός και αρθρώνεται η δομή της κατεστημένης αστικής τέχνης.
Ο κυρίαρχος πολιτισμός κατορθώνει να κρατάει σε ομηρία τη δημιουργικότητα, είτε αυτή εμπνέεται από τις δομές του είτε τις αγνοεί. Ο καλλιτέχνης που εξυπηρετεί είτε την ισχύ του συστήματος, είτε το ναρκισσιστικό του κυνισμό, είτε την κομματική ‘ανιδιοτέλεια’, είτε την ανθρωπιστική ‘αντίσταση του κόσμου της διανόησης’, η εναλλακτική σκηνή που τελικά εδραιώνεται σε αντιδιαστολή με τον κυρίαρχο κομφορμισμό, κάθε επαναστατικός στίχος που περιορίζεται στην ένταση της μορφής προσπερνώντας την κοινωνική σχέση που τη χρησιμοποιεί, την ιεροποιεί ή την αφομοιώνει, ο επαγγελματίας δημιουργός που χρωστά την αλαζονεία της μοναδικότητάς του στο διαχωρισμένο χώρο της τέχνης, προϋποθέτει και απαιτεί την εξουσιαστική κάλυψη και αποδοχή.
Γνωρίζουμε ότι οι μορφικές ή αισθητικές ‘επαναστάσεις’, αν και γίνονται αντιληπτές κατά κόρον από κλειστούς κύκλους, μπορούν να εκφράσουν την ένταση και την έκταση μιας κοινωνικής κινητικότητας. Αλλά τα ‘κύρια ρεύματα’ ή η ‘αιρετικότητα’ μιας τέχνης αυλικών μπορούν να αφορούν μόνο τους εαυτούς τους ή ένα μέρος της Αυλής. Για το καταπιεσμένο πλήθος, όλοι οι αυλικοί ήταν ανέκαθεν κατά κάποιο τρόπο γελωτοποιοί.
Η τέχνη είτε θα συναντά το φυσικό της χώρο, την καθημερινότητα κάθε ανθρώπου πέρα από διαχωρισμούς και ανταλλαγές, είτε θα συνδιαλέγεται με το δεσποτισμό της Εξουσίας: αντίτιμα κάθε είδους από την πολιτική και κοινωνική χειραγώγηση, προνόμια και απολαβές από τον εμπορευματικό κόσμο, κομματικές τιμές για διατεταγμένη καλλιτεχνική υπηρεσία, προσωπικός κατακερματισμός, κοινωνικοί διαχωρισμοί και αποκλεισμοί.
Υπάρχει μία επιτηδευμένη αντίληψη στον κόσμο των καλλιτεχνών (που αγωνιά για μια διάχυτη κοινωνική νομιμοποίηση της ριζοσπαστικότητας και της ανεξαρτησίας του) για την αυτονόητη ‘επαναστικότητα’ που ενυπάρχει στη διαχωρισμένη δραστηριότητα της καλλιτεχνίας. Όμως η τέχνη δεν μπορεί να είναι τίποτε από μόνη της, όπως ακριβώς δεν είναι τίποτε από μόνη της μία έφεση, καλλιεργημένη ή μη, μια ικανότητα ή μια επιδεξιότητα. Ο καλλιτεχνικός κόσμος κάθε απόχρωσης, αντιδραστικής ή προοδευτικής, αναζητά την επιβεβαίωσή του πάνω σε μία ακίνητη μάζα που δεν αντιλαμβάνεται την έννοια της πνευματικής κινητικότητας και αδυνατεί να επικοινωνήσει τις ποιότητες των αφ’ εαυτών ‘υψηλών δημιουργημάτων’.
Πάνω στη γενικευμένη ακινησία και την αφόρητη κοινωνική άγνοια, ο καλλιτεχνικός κόσμος στήνει την αυτονόητη επαναστατικότητά του.
Ακίνητη μάζα ωστόσο υπήρχε μόνο στη στημένη από την Κυριαρχία ιστορία. Στην Ιστορία ποτέ.
Η κοινωνία ήταν ανέκαθεν πεδίο ταξικών και κοινωνικών αντιθέσεων που γίνονται αντιληπτές σε κάθε στιγμή και όχι μόνο όταν έφταναν στο εκκωφαντικό σημείο να δημιουργήσουν ιστορικές εκτροπές από την εξουσιαστική νομοτέλεια.
Η τέχνη μπορεί να χαρακτηρίζεται επαναστατική μόνο όταν συγκρίνεται με την επαναστατικότητα των ριζοσπαστικών τάσεων στον διαρκή ταξικό και κοινωνικό ανταγωνισμό, όταν παίρνει θέση στη γραμμή της κοινωνικής απελευθέρωσης, όταν επομένως εμπνέεται, σχετίζεται ή συλλειτουργεί με τέτοιες επιλογές».
*Από τη συντεχνία πλην http://www.disobey.net/syntexniaplhn/
