Nanja Noterdaeme, Τρία ποιήματα για τον Τζίτζικα

10850134_549691498499781_7074110242317038093_n

Ι

ΖΩΗ

Πήγα να τη δω
Στην κουζίνα
Στον μπάγκο
Μικρά κομμάτια
κυβάκια έκοβε
Φλούδες
Εδώ φλούδες
Εκεί ζωή
από τα χέρια της
«Πήγαινε να μαζέψεις
τα νεράντζια στην αυλή»

Ενα μεγάλο κλαδί
έγερνε, σπασμένο
προς τα κάτω.
«Μάζεψε τα νεράντζια»
Ένα ένα τα φρούτα
Με τους πόρους
Το μοναδικό χρώμα
Μαζί με τις φλούδες,
Τα μικροκομμένα
κόκκινα κυβάκια
της ντομάτας και πράσινες
του αγγουριού.
Ο σκύλος πετάχτηκε
Πάνω σε μια πολυθρόνα παγκάκι
Έκατσα κι εγώ
και έσπασε το παγκάκι.
«Αυτό ήταν σπασμένο,
Πρέπει να το φτιάξουμε».


ΙΙ

Δυο βάρκες
η ζωή τις ενώνει
σωπαίνουν μαζί
στην αγκαλιά του
λιμανιού.

Και το νερό, το χιόνι, το ξύλο, η πέτρα
Ο ήλιος αμίλητος που
αφήνει σημάδια και χωρίζει τις βάρκες
κάθετα σε φως και σκιά

Είχα έρθει εδώ παλιά
αλλά δεν ήταν εδώ.
Εκεί, στο πράσινο χαλί
ο ήλιος δημιούργησε μαργαρίτες

Τώρα είναι εδώ.

Τα μέρη αντιμιλάνε, η ζωή
ζωγραφίζει, για άλλα τοπία
σου λέει και χάνεσαι

Το καινούριο και ίδιο τοπίο
μου είπε «μεταμόρφωνε το χρόνο,
κάτσε, μη σε νοιάζει,
ο καφές είναι καλύτερος
σήμερα και μπορείς να
το πιεις». Αργά.

Αργότερα. Πιο αργά.

ΙΙΙ

Η νοσταλγία αφήνει το τραπέζι,
περνάει από την σκουριασμένη
πόρτα, πηγαίνει απέναντι,
χτυπάει στον ασβεστωμένο τοίχο
και ανεβαίνει στον
ουρανό, όνειρο-παγίδα, πλάνη
σε γαλάζιο χρώμα, κρύο και
εικονικό.

Leave a comment