Πάνος Σταθόγιαννης, Άννα

10968398_1095166287176156_267240157580326497_n

Μη με φθονείτε, άγγελοι, που ξαναβρίσκω την αγάπη.

Γόνιμοι σπόροι αρμέγουνε υγρά μέσα στο χιόνι που επιθύμησα, χλωρό σιτάρι κυματίζει στο χωράφι μου και δένει ψίχα. Δεν έχει ανάγκη από νίκες η ζωή, γιατί είναι αθάνατη. Κι όταν σκληραίνει κάποτε, το κάνει αθώα. 
Μα, τώρα, βούτυρο η καρδιά, ήλιο διψάει και ρέει. Το ύστερο πουκάμισό της, Άννα, σου εμπιστεύομαι, για να το πλύνεις στις νεροτριβές. Μαζί με τα μπαμπάκια σου, μαζί με τα προικιά σου. 
Το ξέρω, θα το δεις κι εσύ – σύσσωμη αναπαρθενεύεται η ύλη της, κάθε που δάχτυλα γυναίκας τη μαλάζουν. Αδειάζει όλο το αίμα το κακό, δαιμόνια αγαθά την κουμαντάρουν, αφοπλίζεται. Κοίτα την πώς εξευμενίζει τους καθρέφτες, πώς πάλλεται και οι άγριοι ίσκιοι εξορίζονται μονάχοι τους.


Δεν έχει πλέον μέλανες δρυμούς η μνήμη μου, μόνο τα μάτια της συγχώρεσης, που και την ξενιτιά ακόμη αποκρυπτογραφούμε. Την κάνουν σπίτι με παιδιά κι ένα σκυλί καλό στην πόρτα. Γιατί κανένας πια τον φόβο δεν επικαλείται διαρκώς, κανένας δεν τον στήνει ξόανο στη μέρα του.
Αγάπησέ με. 
Εκεί που πριν οι χθόνιες ανηφόρες και τα σήμαντρα, τώρα ζεστό ένα σκέπασμα απ’ των κυττάρων μου τη θέρμη. Χάδια τροχίζουνε τα λόγια και τα χέρια μου, όχι ατσάλι. Κι όπως οι έξοδοι κινδύνου αναιρούνται (δεν έχει τοίχους πια ο οίκος μου, στους πέντε ανέμους ανοιχτός και στην πνοή σου), ξύπνα χορεύοντας, ξύπνα ν’ ανάψεις την εστία, γίνε μοίρα μου.

Αγάπησέ με, Άννα, αγάπησέ με.

Leave a comment