καρφώνω οπτασίες να περνούν εις την πυκνή άβυσσο του δάσους,
ασπρόμαυρες και άχρωμες
χρωματισμένες με έναν στείρο μηχανισμό ανούσιας επιβίωσης ∙
αυτόν της αφής.
το βλέμμα μου αποστρέφεται την κατάντια του αδιεξόδου
κοράκια λαχταρούν για στήθη που εκδίδονται τόσο φθηνά
ήσαν ποτέ ακριβά;
τα μαθηματικά απεδείχθησαν άχρηστα για τους υπολογισμούς της καταστροφής..
η βιολογία αργοπορημένη για τις αιμομιξίες..
ο κόσμος κουρασμένος, πιο γερασμένος
φευ των επιδείξεων ενός κακόγουστου εγωισμού..
κι η Ποίησις ακόμη πιο γερασμένη, δακρυσμένη από τα αιμοβόρα βέλη των
κυνηγών
κοιτώ την καρκινική γύμνια μου στον καθρέπτη.
η αφή δεν επιδρά, αποδιώχνοντας τη λευκότητα του δέρματος.
πεθαίνει σαν πάω να αναπνεύσω με αυτή της ψυχής μου
δεν έχει αντισώματα κατά των ισχυρών συναισθημάτων
μα, σαν συμβεί, το μελάνωμα θα εξαπλωθεί.
κόκκινο ∙ αδιάψευστος μάρτυς της μη εναλλαγής – έστω και μιας γραμμής – της
αθλιότητας
το στήθος μου αγωνιά να αναπνεύσει σε μια λίμνη αίματος
περιτριγυρισμένη από κοράκια, και πιο πίσω κυνηγοί.
κάπου αχνοφαίνεται ένα φουγάρο – στερνοπαίδι της οικογένειας Εργοστασίων
και πάσης Μηχανικής Οικουμένης
η ιερόδουλη ανθρωπότις απελευθερώνει τα τέρατα
ώσπου να εγκλωβίσει σε κλουβιά ζωολογικών κήπων τα θηράματά της
κι ύστερα να ξεκινήσει το αιωνόβιο έθιμο του κανιβαλισμού με πρωτάρη την αφή
ανάμεσα στις φαγωμένες σάρκες αναζητώ ψυχές που, πιθανόν,
τυγχάνει να αναζητούν μιαν άλλη αφή, πιο άυλη και πνευματική.
μα η ρεαλιστικότις οφείλει να γίνεται δεκτή, αν και ανεπιθύμητη:
εν αρχή ήν ο φόνος
Νέττα, 8/9/2013
