Μπουκέτα μυριόποδων κτιρίων
τεραγωνίζονται
μπερδεύοντας των άστρων τις πέρλες
και τις ελεύθερες ρίζες του αμφιβληστροειδούς.
Ο Θεός τη νύχτα ομοιάζει παράγωνος.
Ζυμώνονται τότε υποδόρια
τ’ αλμυρά κουλουράκια της αγωνίας
βιάζοντας το αίνιγμα των κλειστών ματιών.
Ωριμάζουν προορισμοί εφευρίσκονται τόποι.
Κι όλα στάζουν καθρέπτες
που σημαίνει μετάληψη
σε χρόνο προσποίησης.
Α, είναι η αρμονία που τινάζει χρυσόμυγες
κι επικουρούνται οι ποιητές.
Μέσα στη φόδρα τους
λάμπουν ευαγγελισμοί.
Ακεψιμά κι Αειθαλά με βρήκε το κακό –
αυτοθυσιάζονται όλοι οι παράγωνοι θεοί να βρει το ποίημα
ν’ ανασάνει.
Στο πρώτο κλάμα του ο ποιητής πεθαίνει.
*Από τη συλλογή “Χαμηλές Οκτάβες”, εκδόσεις “Φαρφουλάς” 2013, σελ. 42.
