Καρπούς γεμάτη είναι η κουφοξυλιά· ήσυχα κατοικούσαν τα παιδικά χρόνια
Σε γαλάζια σπηλιά. Το σιωπηλό κλαρί,
Εκεί που τώρα θρασομανεί καστανόχρωμο το αγριόχορτο,
Στοχάζεται ένα παλιό μονοπάτι, το θρόισμα των φυλλωμάτων.
Το ίδιο κι όταν το γαλανό νερό κελαρύζει στους βράχους.
Γλυκός είναι του κότσυφα ο θρήνος. Ένας βοσκός αμίλητος ακολουθεί τον ήλιο,
Που κυλά πίσω από τον φθινοπωρινό λόφο.
Μια γαλάζια στιγμή, σημαίνει μόνο περισσότερη ψυχή.
Στην εσχατιά του δάσους προβάλλει δειλά ένα αγρίμι και στο βάθος
Αναπαύονται ειρηνικά τα παλαιά σήμαντρα και οι σκοτεινοί αγροί.
Πιο γαλήνιος τώρα, γνωρίζεις το νόημα των σκοτεινών χρόνων,
Ψύχος και Φθινόπωρο σε μοναχικές κάμαρες,
Και μέσα σε ιερή γαλαζοσύνη ηχούν και απομακρύνονται βήματα φωτεινά.
Σιγοτρίζει ένα ανοιχτό παράθυρο στη θέα
Του ερειπωμένου νεκροταφείου στο λόφο δάκρυα τρέχουν απ’ τα μάτια.
Ανάμνηση ιστορημένων θρύλων. Όμως κάποτε φωτίζεται η ψυχή
Όταν αναπολεί ανθρώπους χαρωπούς, σκουρόχρυσες εαρινές ημέρες.
*Από το βιβλίο Γκεόργκ Τρακλ – Ένας οδοιπόρος στον μαύρο άνεμο”, σε εισαγωγή, σημειώσεις, σχόλια, μετάφραση Ιωάννας Αβραμίδου, εκδόσεις Νησίδες, 2014 (σελ. 67).
