Κι όταν οι ζωές κυλούν
Σαν βαλίτσες ανθεκτικές
Γεμάτες με τα υπάρχοντα του σώματος
Πάντα ένας ποιητής θα συνευρίσκεται
Με το φως του εωσφόρου
Ξέρω πολλά να σας διηγηθώ για τον υποχθόνιο
Αλλά θαρρώ πως ό,τι αξίζει είναι η βία του
Έτσι όπως σε σκυλεύει
Μαγκώνοντας τον άτλαντα του σώματος
Με τους κοπτήρες των δοντιών του
Ματώνοντάς σε
Και λίγο πριν την εξάντληση
Εντός κενού
Αειφανείς
Φλεγόμενοι αστέρες
Κατακαίγουν την όψη που καθένας επιθυμεί να αντικρίσει
Γεωγραφώντας με το μη μετρήσιμο φως τους
Αυτό που ποτέ δεν υπήρξε
Μέσα στις λόχμες των αχτίδων τους
Το σώμα ακκίζεται
Και μη μπορώντας να υπομείνει
Καταρρέει
Καμιά φορά αναρωτιέμαι
Αν τούτη είναι η πείρα της ζωής;
Μα έχω τα όνειρα
Να δεικνύουν αυτό που θέλει καθένας να ζήσει
Να μην ξεχάσω…
Να μην ξεχάσω…
Κυλώντας χθες στο αεροδρόμιο
Την ανθεκτική πράσινη βαλίτσα μου
Κοντοστάθηκα να χαιρετήσω τον διάβολο
Θεόρατος
Ολόξανθος
Πρασινομάτης και φωτισμένος
-όχι σαν τους μαλλιαρούς ιππόγρυπες ειδικούς,
που σε εξετάζουν περιπαικτικά
και σου συστήνουν κοινωνικότητα –
Περιδινούσε και πάλι
Στο σκοτεινό λαρύγγι του
Τον παραπικρασμό της ζωής μου
(Είμαι ο ίδιος που ξεριζώθηκα
Σε αγκαθωτά στρώματα διαμερισμάτων
Όπως τα ξανθά μαλλιά της Σουλαμίτιδας
Στα χέρια του ερωτευμένου Σολομώντα
Είμαι ο ίδιος άσχημος, ντροπαλός ανθρωπάκος
Λίγο πριν γδυθώ στη σκοτεινή σας κάμαρα
Ύστερα αρπάζει καθέναν η αγκαλιά
Κι εξαφανίζεται η συστολή
Είμαι ο ίδιος οδοιπόρος των λεωφόρων της πολιτείας
Βαδίζοντας εκ του ασφαλούς
Στις διαχωριστικές λευκές λωρίδες
Πάντα επιθυμώντας να ξεστρατίσω
Είμαι ό,τι είσαι και συ
Ίσως λίγο πιο μόνος
λίγο πιο έρημος
Μετά δεν είμαι
δεν είναι
Τίποτε άλλο
Από έναν μέτριο θάνατο που συνέχεια προσπερνώ).
*Από τη συλλογή “Εκπνοές”, Εκδόσεις Ίκαρος.
