Είμαι ερωτευμένος με τη βροχή.
Γιατί;
Έτσι.
Ο έρωτας δεν απαντά στα γιατί
πού και πού ρωτά αν, πόσο, ως πότε,
καταλύει το χρόνο, το σώμα φωτίζει,
λάμπουν τα μάτια,
όπου φωλιάζει φυτρώνουν φτερά.
Κηφισίας, Δεκέμβρης, ψιλοβρόχι, κρύο.
Ενώ οι υαλοκαθαριστήρες μου ρυθμικά
αριστερά, στάση, μεταβολή, δεξιά,
ανάσα, μεταβολή, το αυτό
ακούραστοι στρατιώτες
αποδιώχνουν απ τα τζάμια τις σταγόνες
έτσι όπως ο άνθρωπος την αλήθεια απωθεί
να γλιστρήσει στο παχύρρευστο -καθώς κρυώνει
απ’ την ώρα που χυτεύτηκε- της ψυχής του γυαλί
παρατηρώ εν κινήσει τους υαλοκαθαριστήρες
του μπροστινού αυτοκινήτου:
αντί για το συνηθισμένο πέρα δώθε, αυτοί με ρυθμό
ρούμπα χορεύουν, τυλίγουν, ξετυλίγουν
ανοίγουν προς τα έξω κι οι δυό,
κλείνουν ταυτόχρονα προς τα μέσα
μαζεύοντας τη βροχή απαλά προς το κέντρο
παίρνοντας αγκαλιές τις στάλες στοργικά
όπως μαζεύουν γυρίζοντας τη μπλούζα
τους βόλους τα παιδιά.
Τι όμορφο να μπορεί ν αγκαλιάζει το νερό
μία μηχανή από μέταλλο και πλαστικό
τι παράξενο για τον άνθρωπο κατασκευαστή
που επιλέγει στην ασφάλεια της δυστυχίας του να ζει
αντί να διώξει το φόβο, ν ανοίξει τα χέρια
σε μια αισιόδοξη επαφή με τη ζωή.
Πόσοι μπορούν ν αγκαλιάσουν τη βροχή,
-η βροχή είναι ελπίδα, αγιασμός, είναι τροφή
επιβίωση είναι-
πόσοι μπορούν να χαρούν μια αγκαλιά παιδική,
να δώσουν μία ζεστή χειραψία;
Εδώ δυσκολευόμαστε ν αγκαλιάσουμε
τον ίδιο μας τον εαυτό.
