Θλιβόταν η σελήνη. Σεραφείμ με ολοφυρμούς
Κρατώντας τα δοξάρια μες σε βαρύθυμους ανθούς
Ονειρεύονταν, και από βιόλες πού’ σβηναν αντλούσαν
Λευκούς λυγμούς που πάνω στους γαλάζιους κάλυκες γλιστρούσαν.
-Ήταν η ευλογημένη μέρα του πρώτου σου φιλιού
Ο ρεμβασμός μου θέλοντας να με βασανίσει
Μεθούσε ήσυχα με το άρωμα της θλίψης
Που δίχως μετάνοια και δίχως πίκρα καμιά αποθέτει
Το δρέψιμο ενός Ονείρου στην καρδιά που το δρέπει
Περιπλανιόμουνα λοιπόν το βλέμμα προσηλώνοντας
Στο λιθόστρωτο το παλιό όταν με ήλιο στα μαλλιά
Μέσα στο βράδυ απ’ το δρόμο πρόβαλες εσύ γελώντας
Και πίστεψα πως έβλεπα με κάλυμμα φωτός την νεράιδα την παλιά
Που περνούσε από τα όμορφα όνειρά μου τα παιδικά
Κι άφηνε να πέφτουν σαν το χιόνι από τα χέρια τα μισοκλεισμένα
Χίλια μπουκέτα μυρωμένα αστέρια.
* Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.
