Απόψε ονειρεύτηκα πως ήμουν χειροτέχνης, γέρος και στριφνός,
με ακραία μεγέθη εργαλείων και πελατεία περισσή.
Έφτιαχνα λέει πολλών λογιών θανατικά,
τα περισσότερα χρωματιστά και πρόσχαρα.
Για τις κυράδες τύλιγα ασυνάρτητους φραμπαλάδες σε πολύχρωμες ρόδες
άδωρα δώρα, τελευταία, μη λερωθούν τη λασπουριά τους
μπας και στα μάτια Τον κοιτάξουν καθαρές.
Για τους αβάπτιστους εμπνεόμουν αναλόγως την περίσταση.
Στους κατ΄επιλογήν πετάγα την προβιά
και έφτιαχνα μια ασύμμετρη λεοντή άλλο πράμα.
Σε προγονικά έρμαια, μου έρχονταν στο νου κάτι Σωκρατικά αποφθέγματα
και τελικώς,με έναν πάραξενο αυτοματισμό υπέπιπτα στα γούστα τους.
Η φθαρμένη φόδρα αποτελούσε στοιχείο πρόσκαιρου εφησυχασμού
και η μόλυνση τους μια αττελή πλήρωση των εγκοπών μου.
Για σένα όμως ρωτιέμαι ξυπνητός,
ανάμεσα σε θάνατο και Θάνατο
τι από τα δυό γλυκύτερο είναι να μαντάρω
και μεσοβέζικα βρέχω χώμα
την ασθενική ανασαιμιά μου να δροσίσω.
Για σένα λανθασμένα επιορκώ.
