Βάσω Καλαμάρα, Δύο ποιήματα

1236579_10202300297333943_25088920_n

ΧΙΛΗ

Τα πτώματα βρωμοκοπούσαν απλησίαστα
Γύρω τους παίζαν μοναχά
κάτι ξυπόλυτα παιδιά
κρυφτούλι.
—Μα το θεό! κι αυτό
ανήκουστο:
Να πέσουμε σαν λύκοι
ν’ αποφάγουμε το κορμί σου
το σάπιο, που ρουφά σαν τον καφέ του
ο Δικτάτορας
τ’ άρρωστο γαίμα σου.
Πατρίδα κι εσύ: Τα Πλούτη σου
πήγανε στους ανέμους
διαβολοσκόρπισαν ολούθε.
Σε ρήμαξαν οι Στρατιωτικοί.
Τα κορίτσια σου ξεκοιλιασμένα, βιασμένα
στην ντροπή των Βασανιστηρίων…
Τι περιμένεις απο μας τους πολιτισμένους
που κηρύττουμε τα δικαιώματα των ανθρώπων;
Για φαντάσου:
Ανασκουμπώνοντας τα μανίκια
καταφθάσαμε απ’ τα μακρινά πελάγη.
Κι όλας αρχίσαμε να πετσοκόβουμε
τ’ ακρωτηριασμένα σου μέλη.
Αυτό το γαίμα που σ’ απόμεινε
είναι τώρα να θρέψει την λαιμαργία
των δικών μας Πλουτοκρατόρων
εδώ στην Αυστραλία
θα σ’ αποτελειώσουμε κακομοίρα μου
Χιλή.

***

Ο ΑΓΩΝΑΣ

Δεθήκαμε στη ράχη τ’ αλόγου μας
για τις ιπποδρομίες.
Μπροστά το πλήθος χωρίς πρόσωπα
και τ’ άλογο ανυπόμονο, φυσομανούσε
ρουθουνιάζοντας τον ηλεκτρισμένο
αγέρα.
Στα στήθια μας
χωριστά στον καθένα
κτυπούσαν οι καρδιές
και τα ταμπούρλα βάραγαν
ξεσηκωμένα
απ’ την έξαρση τ’ αγώνα.

Οι Θεοί, προστατεύουνε
τον πρώτο πάντοτες
το ξέρουμε καλά.
Αλλ’ άδικος ο αγώνας δεν ήταν
εκείνος ήρωας στα στόματα
τόσων ανθρώπων
που πιάστηκαν απ’ τα καπούλια
τ’ αλόγου του.
Το γοργοπόδαρο.
Η ζωή του.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου “Αντίποδες” Νο 25/26, Μελβούρνη 1989.

**Ο πίνακας της ανάρτησης είναι σύνθεση της Mari Kogo και προέρχεται από τη σελίδα της στο facebook.

Leave a comment