Έρμα Βασιλείου, Σοβέτο

41261-julius

To καφετί το πλαίσιο κρεμάστηκε πια μόνιμα
στο χώρο που φωνάζω νου μου. Στο χώρο που μ’ οδήγησαν στα χρώματα,
χρώματα στον αέρα, στη σκέψη, στο θόρυβο.
Άδειο δωμάτιο με κάδρα η ζωή μου
…χιλιάδες χέρια κρεμασμένα από παράθυρα κλειστά,
δεν μπορείς να δεις τα σώματα.
Είναι χαμόγελα. Πατημένα, ξεκάρφωρτα,
που γυρεύουν να τεντώσουν, ν’ απλώσουν κάτω από τα
κίτρινα ασπράδια άδειων ματιών.
Είναι πουλιά που τη φωνή τους πήρε ο χρόνος,
παιδιά τις πέτρες που κλωτσούν στην αντηλιά,
σαν να κλωτσούν την ίδια τη ζωή τους παραπέρα.
Είναι φωνές που σμίγουν με τα μπράτσα έτσι που
να μην ξεχωρίζεις τη φλέβα που τα ενώνει.
Χιλιοπλυμένα ρούχα στα σχοινιά.
Ρούχα που στάζουνε ακόμα ιδρώτα και ίνες.
Είναι και πεινασμένα μάτια. Μάτια πούχουνε δόντια,
που ρίζες καρτερούν μαύρα τα τσουκάλια να γενούν.
Μαύρα μάτια… Μαύρα σαν το σήμερα, το χθες.
Σαν τη φωνή του τσακαλιού
που συνοδεύει κάθε νύχτα στις αυλές τα γηγγητά,
γογγυτά του έρωτα και της απόγνωσης μαζί.
Είναι σκυλιά, κονσερβοκούτια που γυαλίζουν στις αλάνες
με τον ίδιο τρόπο που γυαλίζει ο κάθε μαύρος κόρφος
την ελπίδα του, με τον ίδιο τρόπο που γυαλίζει μια μικρούλα στη γωνιά
το ποτήρι που κερνά την αλήθεια,
σ’ αυτούς που την εχόρτασαν και δεν τη θέλουν πια.
Είναι κι οι μάνες. Αχ! οι μαύρες μάνες
που ανάμεσά τους βλέπω πάντα τη δική μου.
* * *
Το τραίνο των λευκών θα πάρω μια βραδιά,
κρυφά για να γλιστρήσω στο Σοβέτο
να σβήσω στη στροφή τα βέτο
και να πετάξω στη γωνιά την άσπρη τη γαρδένια,
κρυφά που μου καρφίτσωσαν
σε ξέφρενη γιορτή στο πέτο.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου “Αντίποδες” Νο 25/26, Μελβούρνη 1989, σελ. 91.

Leave a comment