Ανθολογία Σύγχρονης Κυπριακής Ποίησης. Η Κύπρος μετά το ’90,
επιμ. Βάκης Λοϊζίδης, Αθήνα, Μανδραγόρας, 2011, σελ. 150
Ανθολογίες κυπριακής ποίησης έχουν γίνει πολλές· προηγήθηκε η Ανθολογία των κυπρίων ποιητών 1878-1934 (1934) του Άδωνη Βερνάλη, ακολούθησαν η πιο ευπρόσωπη Ανθολογία κυπρίων ποιητών (1951) του Ανδρέα Σ. Ιωάννου και η πιο αναλυτική Ανθολογία κυπριακής ποιήσεως (1965, συμπληρωμένη έκδοση: 1973) των Κώστα Μόντη και Ανδρέα Χριστοφίδη, για να φτάσουμε σε πιο πρόσφατες ανάλογες εκδόσεις, όπως η Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης (1985) των Λεύκιου Ζαφειρίου και Λουκά Αξελού και η πιο πληθωρική και μάλλον ισοπεδωτική Ανθολογία κυπρίων ποιητών (2008) των Σωκράτη Σκαρτσή και Σωτήρη Βαρνάβα. Αξίζει να σημειωθεί ότι, με εξαίρεση την ανθολογία του Άδωνη Βερνάλη, οι υπόλοιπες τυπώθηκαν στην Αθήνα· και ότι οι περισσότερες από αυτές έγιναν από ποιητές. Υπάρχουν, βέβαια, αρκετές άλλες Ανθολογίες κυπριακής ποίησης, θεματικές, τοπικές ή πιο ειδικές, μερικές από τις οποίες είναι ενδιαφέρουσες. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι τέτοιες ανθολογήσεις κυπριακής ποίησης (και κυπριακής λογοτεχνίας γενικότερα) είναι αχρείαστες και βλαβερές, γιατί, κατά την άποψή τους, διαχωρίζουν, τάχα, την κυπριακή από την ευρύτερη νεοελληνική λογοτεχνία. Δεν συμφωνώ με μια τέτοια άποψη. Όσο ο Βασίλης Μιχαηλίδης και άλλοι σημαντικοί κύπριοι λογοτέχνες εξακολουθούν να απουσιάζουν και από τις πιο αξιόπιστες και πιο πρόσφατες Ανθολογίες νεοελληνικής ποίησης ή πεζογραφίας, είναι καλά να εκδίδονται τέτοιες ανθολογήσεις και άλλες εργασίες υποδομής· με την προοπτική οι κύπριοι λογοτέχνες (αλλά και συγγραφείς από άλλες περιοχές του ελληνισμού και της διασποράς) να αξιολογηθούν κάποτε όπως τους ταιριάζει στο πλαίσιο της ευρύτερης νεοελληνικής λογοτεχνίας: «Οι σημαντικότεροι με τους σημαντικότερους, και ο συρφετός με τον συρφετό», για να θυμηθούμε τα λόγια του Γ. Π. Σαββίδη.
Η Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης, την οποία μας προτείνει ο Βάκης Λοϊζίδης, φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα και ευπρόσδεκτη. Στο προλογικό του σημείωμα ο ανθολόγος, ένας από τους πιο δημιουργικούς ποιητές της νεότερης «γενιάς», εξηγεί ότι επέλεγε κατά καιρούς, κατά την τελευταία εικοσαετία, ποιήματα ομηλίκων του ή και νεοτέρων, τα οποία ξεχώριζε και του άρεσαν. Ο ίδιος έχει εκδώσει (μαζί με τον Χριστόδουλο Καλλίνο) μια καλή ανθολόγηση ποιημάτων του Μιχάλη Ζαφείρη, ενός ποιητή της «Γενιάς του 1974». Ο Β. Λοϊζίδης εργάστηκε ως ποιητής, όχι ως φιλόλογος. Και αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι είναι σε θέση να επιλέγει με αισθητικά και αξιολογικά κριτήρια ευπρόσωπα ποιήματα άλλων συγγραφέων· και ότι μπορεί να δει πέρα από την ποιητική του γραφή και να προβάλει ποιήματα ομοτέχνων της «γενιάς» του.
Η καλαίσθητα τυπωμένη αυτή Ανθολογία, που κοσμείται στο εξώφυλλο με σχέδιο της Γιούλικας Λακερίδου, απαρτίζεται από κείμενα 24 ποιητών, από τους οποίους έντεκα είναι γυναίκες (Χριστιάνα Αβρααμίδου, Μαρίνα Αρμεύτη, Χριστίνα Γεωργίου, Ζέλεια Γρηγορίου, Μαρία Θεριστή, Μαρία Θωμά, Ελένη Κεφάλα, Δάφνη Νικήτα, Ευτυχία Παναγιώτου, Μαρία Σιακαλλή, Νένα Φιλούση) και δεκατρείς είναι άντρες (Ανδρέας Γεωργαλλίδης, Αντώνης Γεωργίου, Χριστόδουλος Καλλίνος, Γιώργος Καλοζώης, Πάμπος Κουζάλης, Βάκης Λοϊζίδης, Παναγιώτης Νικολαΐδης, Λογγίνος Παναγή, Κύρος Παπαβασιλείου, Μιχάλης Παπαδόπουλος, Κώστας Ρεούσης, Στέφανος Σταυρίδης, Γιώργος Χριστοδουλίδης). Με άλλα λόγια, οι ποιήτριες δεν υστερούν σημαντικά από ποσοτική άποψη σε σχέση με τους ποιητές, όπως συνέβαινε ώς τώρα σε ανάλογες εκδόσεις. Γεννημένοι στο χρονικό διάστημα δεκαεπτά χρόνων, ανάμεσα στο 1963 και το 1980, οι ανθολογημένοι ποιητές άρχισαν να εκδίδουν ποιητικές συλλογές κατά τη δεκαετία του 1990 ή μετά το 2000. Αν δεν κάνω λάθος, μόνο δύο από αυτούς (οι Μ. Αρμεύτη και Χρ. Καλλίνος) δεν έχουν εκδώσει ακόμα ποιητική συλλογή, παρά μόνο δημοσίευσαν λίγα ποιήματά τους σε περιοδικά. Όπως με πληροφόρησε ο επιμελητής της έκδοσης, άλλοι τρεις ποιητές της ίδιας «γενιάς» δεν θέλησαν να περιληφθούν ποιήματά τους στην Ανθολογία για δικούς τους λόγους. Πάντως, δεν έχουν περιληφθεί και κείμενα άλλων ομηλίκων τους συγγραφέων που έχουν εκδώσει ποιητική συλλογή (θυμάμαι, πρόχειρα, τις περιπτώσεις των Χρήστου Αργυρού, Σταύρου Ιωάννου, Πασχάλη Χριστοδουλίδη, Κρίστη Χριστοφόρου, αλλά και μιας δεύτερης Μαρίας Σιακαλλή). Επίσης, διερωτώμαι αν ταίριαζε να περιληφθούν (ίσως σε ένα Παράρτημα) και άλλοι συγγραφείς (όπως οι Έρμα Βασιλείου, Αλεξάνδρα Γαλανού, Σόνια Κούμουρου, Αντριάνα Κρητικού, Βαρνάβας Λοϊζίδης, Γιάννης Ποδιναράς, Γιώργος Χαριτωνίδης, ίσως και άλλοι), που γεννήθηκαν πριν από το 1963, αλλά εμφανίστηκαν στην ποίηση επίσης μετά το 1990.
Στην εισαγωγική του μελέτη με τον εύγλωττο τίτλο «Ο καιρός του βραχέος βλέμματος. Επισημάνσεις για τους κύπριους ποιητές μετά το ’90», που προτάσσεται στην Ανθολογία που παρουσιάζουμε, ο Αλέξης Ζήρας σημειώνει ενδιαφέρουσες, ερεθιστικές και καίριες παρατηρήσεις. Ήδη σε προγενέστερα δημοσιεύματά του (αρχικά στο περιοδικό Παρέμβαση της Κοζάνης, το 2006) ο Αλ. Ζήρας σχολίασε ότι οι νέοι αυτοί ποιητές εμφανίστηκαν στην ποίηση πιο έτοιμοι και πιο καταρτισμένοι σε σχέση με τους παλιότερους κύπριους ποιητές. Ανάλογες επισημάνσεις και αξιολογήσεις επανέρχονται και στην πρόσφατη Εισαγωγή του, στην οποία σχολιάζει ότι οι νεότεροι κύπριοι ποιητές, που εμφανίστηκαν κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, «εξαρχής βγήκαν στο αλωνάκι της ποίησης με τα εφόδιά του ο καθένας, έτοιμοι περίπου. […] είναι σχηματισμένοι ως ποιητικές συνειδήσεις […] είναι κάτοχοι μιας παιδείας, και μάλιστα διευρυμένης, που πάει πέρα από την παιδεία του Κώστα Μόντη, του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, του Λεύκιου Ζαφειρίου. Μιας παιδείας που αμφιβάλλω πολύ αν την είχαν οι προγενέστεροί τους, καθώς ήταν όλοι τους σπαταλημένοι και κυριευμένοι από την πυρά της επικαιρότητας, από την παρατεταμένη οδύνη του διαμελισμού και της ορφάνιας, από την οργή της πολιτικής χαμέρπειας». Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σημαντικοί ποιητές στη «γενιά» του Μόντη και του Χαραλαμπίδη, ή ότι δεν υπάρχουν αξιόλογες περιπτώσεις ποιητών από τη «σπαταλημένη» Γενιά της Εισβολής, που εξακολουθούν να δημιουργούν και να εξελίσσονται.
Ίσως δεν έχει άδικο ο Αλ. Ζήρας όταν παρατηρεί, απηχώντας ανάλογη άποψη του Κ. Θ. Δημαρά, ότι δεν είναι απαραίτητο να επινοήσουμε μια κυπριακή (ή ελλαδική) λογοτεχνική «Γενιά του 1990», αφού δεν υπάρχουν βασικές προϋποθέσεις, «κοινές συνιστώσες, δράσεις, συμμετοχικές επιλογές». Από την άλλη, όμως, τέτοιες περιοδολογήσεις και ομαδοποιήσεις, όσο και αν ενέχουν σε μικρότερο ή σε μεγαλύτερο βαθμό το στοιχείο της αυθαιρεσίας και της ισοπέδωσης, αποδεικνύονται χρήσιμες για σκοπούς μελέτης. Εξάλλου, ο ίδιος ο Ζήρας αναγνωρίζει εύλογα ότι υπάρχουν «κοινοί τόποι» στα ανθολογημένα ποιήματα, όπως «η γενικώς ειπείν συγκρατημένη, στοχαστική, συχνά ειρωνική και σπανίως σαρκαστική τους φωνή, ο χαμηλός τους τόνος, η προσοχή που δίνουν στην τεχνική διαστρωμάτωση του ποιήματος, ο υφέρπων λυρισμός και μερικά ακόμα». Ο ίδιος επισημαίνει παράλληλα την «ποικιλία» τους, σχολιάζοντας ότι οι αποκλίσεις ανάμεσά τους είναι πολύ περισσότερες από τις συγκλίσεις. Προφανώς οι νέοι αυτοί ποιητές δεν είναι «απολιτικοί» (με την ευρύτερη σημασία του όρου), αλλά παύουν να είναι προσκολλημένοι σε “πατριωτικά” και “εθνικά” θέματα, αν δεν τα παραβλέπουν εντελώς. Επομένως δεν ενδιαφέρονται να καλλιεργήσουν μια πολιτική-πατριωτική ποίηση ή απωθούν σε ένα μακρινό πλάνο το κυπριακό πρόβλημα.
Αν ρίξει κανείς μια ματιά στα ανθολογημένα ποιήματα, διαπιστώνει, πράγματι, ότι η θεματική του 1974 και το Κυπριακό γενικότερα είτε δεν απασχολούν καθόλου τους νέους ποιητές ή περνούν πολύ σποραδικά και χωνεμένα σε πολύ μεμονωμένα κείμενα (λ.χ. της Μ. Θεριστή). Κι αυτό δεν ισχύει μόνο στα επιλεγμένα ποιήματα αλλά γενικότερα στο έργο των ποιητών αυτών, όπου δεσπόζουν τα μεγάλα θέματα της ζωής και της λογοτεχνίας: ιδίως ο έρωτας στις ποικίλες εκδοχές του, από την ερωτική μέθη και πλήρωση ώς την ερωτική διάψευση και απουσία· το βάρος του χρόνου και το υπαρξιακό άγχος· μικρά και μεγάλα πανανθρώπινα προβλήματα, στιγμές της καθημερινότητας, η αποτύπωση του «βραχέος βλέμματος», κτλ. Κατά κανόνα οι νέοι αυτοί ποιητές αξιοποιούν αρκετά αποτελεσματικά τα διαβάσματά τους από τη νεοελληνική και τη διεθνή ποίηση, χωνεύοντας διδάγματα και καταβολές από τις κατακτήσεις της νεοελληνικής ποιητικής παράδοσης και από τα διεθνή καλλιτεχνικά ρεύματα, χωρίς να μένουν σε αδέξιες και εγκεφαλικές κατασκευές, όπως συνέβαινε πιο συχνά ανάμεσα σε παλιότερους ποιητές, όταν αυτοί δεν ήταν τόσο έτοιμοι στα νεανικά τους χρόνια να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις των λογής μοντερνισμών ή την αιρετική γλώσσα του υπερρεαλισμού.
Πράγματι, οι ανθολογημένοι ποιητές, ίσως και μερικοί άλλοι, δείχνουν ότι βγήκαν «στο αλωνάκι της ποίησης» αρκετά εξοπλισμένοι. Μάλιστα ορισμένοι από αυτούς, που εξέδωσαν περισσότερες από δύο ποιητικές συλλογές (όπως οι Χρ. Αβρααμίδου, Γ. Καλοζώης, Β. Λοϊζίδης, Μ. Παπαδόπουλος και Γ. Χριστοδουλίδης), αποδεικνύουν ότι έχουν εξελιχθεί αρκετά και άρχισαν διαμορφώνουν το ποιητικό τους στίγμα, αν δεν το έχουν ήδη διαμορφώσει. Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι συγγραφείς αυτοί είναι ακόμα τριαντάρηδες ή σαραντάρηδες και έχουν πολύ δρόμο μπροστά τους· και ότι τον τελικό λόγο για την αξιολόγηση του ποιητικού έργου τους τον έχει ο πιο δίκαιος κριτής, ο χρόνος.
Στην Ανθολογία περιλαμβάνεται ένα και μοναδικό ποίημα στο κυπριακό ιδίωμα, «Τα στέφανα τ’ αμίλητα» του Πάμπου Κουζάλη, που μελοποιήθηκε για τις ανάγκες μιας κυπριακής τηλεοπτικής σειράς και ίσως γράφτηκε για τον σκοπό αυτό, όπως γράφτηκε (δηλαδή στο τοπικό ιδίωμα αλλά και με ρυθμικούς στίχους και με σκόρπιες ομοιοκαταληξίες). Πιστεύω ότι και άλλοι ποιητές αυτής της γενιάς μπορούν να αξιοποιήσουν το κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα στην ποίηση, παρόλο που δεν είναι καθόλου εύκολο – και για τον λόγο ότι το ιδίωμα ολοένα συρρικνώνεται, ενώ οι νεότερες γενιές δείχνουν ίσως ότι δεν είναι τόσο εξοικειωμένες με αυτό. Όμως, εκτός από τον Π. Κουζάλη, και άλλοι νεότεροι ποιητές, όπως οι Χρήστος Αργυρού, Μαρία Θεριστή, Β. Λοϊζίδης και Π. Νικολαΐδης, δοκίμασαν και έγραψαν μεμονωμένα ποιήματα στο κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα ή χρησιμοποίησαν σκόρπιους ιδιωματισμούς ενσωματωμένους στην κοινή νεοελληνική, επιτυγχάνοντας αξιοσημείωτα αποτελέσματα. Θα ήταν καλά και οι άλλοι νέοι ποιητές να δοκιμάσουν να πειραματιστούν με την ιδιωματική ποίηση.
Σημαντικό κενό στην έκδοση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί το γεγονός ότι δεν δηλώνονται οι πηγές των ανθολογημένων ποιημάτων· δεν φαίνεται αν είναι ανέκδοτα ή παρμένα από πρώτες δημοσιεύσεις σε περιοδικά ή από ποιητικές συλλογές. Έτσι, δυσκολεύεται κάποιος να δει αν τα ανθολογημένα ποιήματα αποτελούν προδημοσιεύσεις, αν αποτελούν την οριστική μορφή τους, αν προέρχονται από την πρώτη, τη δεύτερη ή μεταγενέστερη συλλογή των ποιητών τους, κτλ. Επίσης, υπάρχουν σκόρπιες τυπογραφικές αβλεψίες, που θα μπορούσαν να θεραπευθούν εύκολα.
Όσο μπορώ να κρίνω, η ποιότητα της Ανθολογίας του Β. Λοϊζίδη μπορεί να διαπιστωθεί και από άλλη σκοπιά· αν συγκριθεί, λ.χ., με την Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης (1985) των Λεύκιου Ζαφειρίου και Λουκά Αξελού· εδώ περιλαμβάνονται 29 ποιητές της λεγόμενης Γενιάς του 1974, γεννημένοι ανάμεσα στο 1944 και το 1963, από τους οποίους οι μισοί περίπου δεν έχουν εξελιχθεί ή έπαψαν να ασχολούνται με την ποίηση και να δημοσιεύουν ποιήματα. Είναι προφανές ότι στην Ανθολογία αυτή δίνεται πρωτίστως το στίγμα της Γενιάς της Εισβολής, οι θεματικές και ρητορικές εμμονές της η εν θερμώ αποτύπωση της ιστορικής στιγμής.
Από την άλλη, θα ενδιέφερε να συνεξετάσει κανείς τα ανθολογημένα ποιήματα της «γενιάς» του Β. Λοϊζίδη με ποιήματα της αντίστοιχης ελλαδικής «γενιάς» (ή ακόμα και με την ανθολογημένη από τον Ευριπίδη Γαραντούδη ποιητική παραγωγή της περιόδου 1980-1997), για να διαπιστώσει τυχόν θεματικές και ρητορικές συγκλίσεις και αναλογίες, αλλά και αποκλίσεις και ιδιαιτερότητες. Πάντως, από μια πρώτη εκτίμηση θα μπορούσε να σημειωθεί εδώ ότι στα ανθολογημένα ποιήματα των Κυπρίων (αλλά και γενικότερα στην ποίησή τους) δεν εντοπίζονται σε ουσιαστικό βαθμό η «ρυθμική αγωγή του ελεύθερου στίχου» και πολύ περισσότερο «η αναβίωση των παραδοσιακών μέτρων», δηλαδή τα μορφολογικά στοιχεία τα οποία εντόπισε ο Ε. Γαραντούδης στην ελλαδική ποίηση του 1980 και του 1990.
Θα ήθελα να κλείσω την παρουσίαση αυτή με ένα ιδιωματικό ποίημα του Βάκη Λοϊζίδη, που δεν περιλαμβάνεται στην Ανθολογία, αλλά δημοσιεύτηκε πιο πρόσφατα στο περιοδικό Μικροφιλολογικά (τχ. 30, 2011, σ. 68). Το ποίημα αυτό, με τον τίτλο «Αντίδωρο», ένα ποίημα ποιητικής αφιερωμένο στον Βασίλη Μιχαηλίδη, είναι, ίσως, μια απόδειξη ότι και οι νεότεροι ποιητές μπορούν να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά το κυπριακό ιδίωμα στην ποίηση. Στην πρώτη ενότητα του ποιήματος τονίζεται ότι ο ποιητής, ο κάθε ποιητής θα πρέπει να καταβάλει τεράστια δύναμη για να δαμάσει τις «αγκαθθερές» (ιδιωματικές ή άλλες) λέξεις και να ανακαλύψει την «κρυφή ομορφιά» τους. Η δεύτερη ενότητα του ποιήματος επικεντρώνεται στο πρόσωπο του Β. Μιχαηλίδη, που εμφανίζεται να βιώνει την ποιητική του περιπέτεια στη συνάντησή του με την Ανεράδα, τη Μούσα της ποίησης:
’Εν ποταυρίζουσιν νοήματα οι λέξεις
στέκουν αγκαθθερές
τζαι την κρυφήν τους ομορφκιάν
χρειάζεται κόπος πολλύς
για να την νώσεις
Φόκον διούν
τζ’ αλίμονον σε τζείνους που θαρκούνται
πως οι λέξεις μες στο ποίημα γεροκομούνται
Εσέναν, που στάθηκες ’πέρκαλλος
τζαι δεν επογύριζες βουνόν
να πκιάσεις το συντόμιν,
θωρώ σε μες στην ποταμωσιάν
μετά την ανομβρίαν
μ’ αντίδωρον τες ώχρες·
δίπλα σου δκυο θερκά
φκάλλουν τον φον με τα φιλιά τους
Τούντην φοράν αννοίξαν ερπετά
την πόρταν του ποιήματος
στην Ανεράδα.
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πόρφυρας” Νο 142 (Ιαν.-Μάρτ. 2012) 461-465. Εμείς το πήραμε από το Βιβλιοστάσιο στο http://vivliostasio.blogspot.com.au/2013/05/blog-post_5130.html (ευχαριστίες γι’ αυτό στην Έρμα Βασιλείου).
