Τούτο το έργο ποίησης,
Μία Δαμόκλειος Σπάθη,
Τα ξεχασμένα ιστορεί,
Της λήθης μας τα πάθη.
Δεκέμβρης ήταν κάποτε,
Πριν εβδομήντα χρόνια,
Και του ΕΑΜ η θύμηση,
Είν’ αμυδρή πια τώρα.
Απ’ ώρα μεταπολιτευτική
Και τώρα ίσων άκρων,
Απ’ ώρα μνημονιακών
Πιέσεων και μάχων.
Χριστούγεννα σαν έρχονταν,
Όλοι ευτυχισμένοι
Των Γερμανών την θύμηση
Την είχαν ξεχασμένη.
Τρεις του Δεκέμβρη ήτανε
Στο κέντρο της Αθήνας,
ΕΑΜική διαδήλωση
Για το μονομερή αφοπλισμό της μοίρας.
Διότι οι Άγγλοι ήθελαν
ΕΔΕΣ παραταγμένο,
Το φόβο του Κομμουνισμού
Να έχει στοχευμένο.
Σώματα αστυνομικά
Και ταγματασφαλίτες,
Πυροβολούν ασύστολα
Άοπλους ΕΠΟΝίτες.
Και την επαύριο εκεί
Που θάβαν τους νεκρούς τους,
Με λύσσα να πυροβολούν
Μη χάσουν τους μισθούς τους.
Και στης Κυψέλης το σχολειό,
Αντάρτες μαζεμένοι,
Οι Βρετανοί τους ρίξανε
Βόμβες αφιονιασμένοι.
Και τους νεκρούς σαν βγάλανε
Έξω από το σχολείο,
Να τους κηδέψουν γύρευαν
Σ’ ένα νεκροταφείο.
Τους δρόμους όμως κλείσανε
Δοσίλογοι και χίτες,
Στα πεζοδρόμια τους νεκρούς
Θάψαν οι ΕΛΑΣίτες.
Στη μάχη της Αθήνας πια,
Θα πρέπει να στραφούμε,
Αναλογίες, θύματα
Καιρός να θυμηθούμε.
“Ογδόντα χιλιάδες Βρετανοί, το θωρηκτό Αβέρωφ
Κυβέρνηση “ενότητας”, στρατός εξοπλισμένος.”
Ο τακτικός αυτός στρατός,
Βομβάρδιζε την πόλη,
Και οι πιστοί πια του ΕΑΜ,
Χωρίς εφόδια όλοι.
Έτσι ηττημένο το ΕΑΜ
Έφυγε απ’ την Αθήνα,
Και οι δοσίλογοι πιστοί ενίκησαν
– τί κρίμα.
Η ιστορία τα ξεχνά,
Ο κόσμος παραφράζει,
Απόγονοι των νικητών,
Η κλίνη σας τρομάζει.
Τρομάζει μπρός στο όραμα
Του Άρη Βελουχιώτη,
Που η πέννα μου αναζητεί
– προσφέρω ό,τι κι ό,τι –
Και όποια και να’ ναι η προσφορά,
Το κράτος δικαίου φθίνει
Ο Άρης μ’ όλους τους νεκρούς
Το χέρι τώρα τείνει.
Δεν έχει πια αποσιωπητικά,
Τέρμα οι αυταπάτες,
Το δρόμο δείχνουν έφηβοι·,
Οργανωμένοι·, εργάτες·.
Και όσο για τα Δεκεμβριανά,
Αν ξαναξεχαστούνε,
Βαρύ το κρίμα στην καρδιά,
Όσων αγωνιστούνε.
