-Ήταν σχεδόν γυμνή
Κι ένα μεγάλο αδιάκριτο δεντρί
Χτυπούσε στο τζάμι τα κλαδιά του πονηρά
Μήπως και μπορέσει να δει από κοντά
.
Καθισμένη στη πολυθρόνα τη βαθιά,
Με τα χέρια ενωμένα, σχεδόν γυμνή,
Στο πάτωμα το ποδαράκι ν’ ανασκιρτά
Το τόσο λεπτό, τόσο λεπτό, από την ηδονή
-Κοιτούσα, σαν το κερί χλωμή
Μια ηλιαχτίδα, παγιδευμένη σε θάμνο από φύλλα,
Μέσα στο γέλιο της σαν πεταλούδα τα φτερά της να κινεί
Και παν’ στο στήθος της,-σαν πάνω σε λουλούδι μύγα.
-Φιλούσα τους αστραγάλους τους λεπτούς
Κι εκείνη μ’ ένα γέλιο γλυκό και βροντερό
Πού’ σπαγε σε γάργαρους τερετισμούς
Γελούσε, ένα γέλιο κρυστάλλινο και δροσερό.
Κάτω από το μεσοφόρι έκρυψε τα ποδαράκια:
«Μα επιτέλους, σταμάτα !»
-Αφού ήξερα ότι της άρεσε πραγματικά
Γέλασα με την ψυχή μου δυνατά!
Φιλούσα τα ταλαίπωρα μάτια της γλυκά
Που σπαρταρούσαν κάτω απ’ τα χείλια μου
-Έριξε πίσω το κεφαλάκι της με πονηριά:
«Ω, έτσι είναι ακόμα πιο καλά !….»
« Κύριε, έχω να σου πω δυο λόγια,….»
-Τα υπόλοιπα τα έπνιξα μες στα βυζιά
Μ’ ένα φιλί, που την έκανε να γελά
Ένα γέλιο πού’ θελε να πει πως της άρεσε πολύ.
-Ήταν σχεδόν γυμνή
Κι ένα μεγάλο αδιάκριτο δεντρί
Χτυπούσε στο τζάμι τα κλαδιά του πονηρά
Μήπως και μπορέσει να δει από κοντά
*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.
