Νάσος Αθανασίου, Το 2

thermida07

Πάνω στην κάλμα μου
καβατζώνανε κανά δυό τεχνητές ανάσες
να μετράνε πόσα πίσω βήματα κάνω το λεπτό
επισπεύδοντας την όποια αργοπορία,
σπάγανε το συρίγγιο στον ουρανίσκο μου
– που μεθοδικά είχανε φυτρώσει με φρουτόκρεμες-
να πίνω απ’ το αίμα μου να σκληρύνω
και “πλένανε” προσεχτικά τα χέρια τους με άβγαλτα τα γάντια
ενώ όταν βράχνιαζα από απόγνωση
φέρνανε δυό λεμόνια για τόνωση του ανοσοποιητικού
μαζί μ΄ ένα συνταγογραφούμενο κοκτέηλ ζάναξ και απενοχοποίησης για διαύγεια,
έπειτα ξαπλώνανε φαρδιά πλατιά αφού ήλεγχαν ενδελεχώς κλειδωνιές και παραθύρια
δίχως να φωνάξουν τη σήμανση
δεν αντιδρούσα μόνο χόρευα
να τινάξω τις βδέλες των δυό μου εαυτών από πάνω μου
μετά κοιμόμουν γαλήνιος
και μεθυσμένος εις υγείαν των φυλάκων,
και έτσι με μαντρώσανε,
για τιμωρία όχι, μα δήθεν για έπαινο καμαρωτά φωνάζανε
και μου φορτώσανε
δύο ασανσέρ, στις δύο μου πλάτες
με οδηγούς δύο μέρμυγκες
φορτία να κατεβάζω
σε δυό πυθμένες κάλπηδες που ικετεύανε
σα ναυαγός,
το κουρασμένο μου σκαρί τζογαριστό
απάνω τους να σπάσω
και άμμισθα να κουβαλάω καμπουρωτός τα βάρη αλλονών
και από το Xαραμόφαγος, ξάφνου, άρχισα στο Έκπτωτος να ακούω
όχι άγγελος, γιατί ποτέ δεν πίστεψα πως το Καλό νικούσε
αφού μου μάθανε να αρκούμαι, απλά,
στην παύση του Κακού.
Και είναι που με ξεγέλασε το άτιμο το δείλι
που μπλέκει το ‘δω και το εκεί το πάνω και το κάτω
πως από αυτή τη φυλακή κρυφά μπορώ να φύγω
και στα στενά περάσματα μέσα του να χαθώ
και γέλαγα βαθιά σαν μου ‘λεγες
“τα δυό μου χέρια για σένανε φτερά μπορούν να γίνουν”
δεν ήξερα βλέπεις να διαβάζω τη νοηματική σου
και τόσα χρόνια δεν κούνησα ούτε σπιθαμή
γιατί άργησα να αντιληφθώ
πως και στο λευθέρωμα·
ναι, ακόμα και σ΄αυτό
χρειάζονται δυό.

Leave a comment