πετροβολούν απ΄το πρωί
αλύπητα στα σοκάκια
ανυπεράσπιστοι άγγελοι
του θυμού και της σιωπής
χωρίς ηλικία και επώνυμα
που μηχανεύονται την ανατροπή
σκάβουν στα κούφια θεμέλια
βαθύτατων αισθημάτων
να ανακαλύψουν ίχνη από
τη σκόρπια περηφάνια τους
που χρόνια τώρα
ακρωτηριάστηκε στουρνάρα και μπόταση γωνία
σε έναν εύφλεκτο παράδεισο
όπου το πνεύμα μου δύσκαμπτο
δεν ήταν πρόθυμο να ακολουθήσει
τους λυγμούς της φτωχής μου καρδιάς
τι κουβέντες φουρνέλο περιμένεις
να ακούσεις απ΄το στόμα μου
ένα βροχερό λυπημένο πρωινό;
αργά το μετάνιωσα που
ο πανικός με σκέπασε
με ματωμένη φανέλα
νοικοκυρεύτηκα και σιώπησα
συνένοχο κάθαρμα κι εγώ
χαμαιλέοντας αντί να γκαρίζω
με όλη μου τη ψυχή
ακέφαλε δολοφόνε με στολή
σε ποιας μανούλας τα μάγουλα
ζωγράφισες παντοτινά δάκρυα
και πότε επιτέλους
θα βρεις λίγο κουράγιο
να ζητήσεις συγγνώμη;
στους δρόμους σε ήθελα
ανάσα μου να ζήσεις
σε οδοφράγματα
κι όχι να γράφεις
στοίβα από ποιήματα
να κλαίνε τα μάτια σου
από τα δακρυγόνα
διχοτομημένος ανάμεσα
στο σωστό και το άδικο
κι ας είχες νικηθεί
προκαταβολικά
εν καιρώ ειρήνης Artwork: Angelos Tziortzinis
