Francesco Marotta, Ως την τελευταία συλλαβή των ημερών

ianiooa

να γράφεις είναι μια μοίρα που τρέφεται από τον ίσκιο των ωρών

το ερωτικό αγκάθι όποιου δεν αφήνει τίποτα πίσω του

για να ’ναι στάχτη, στοιχείο του ανέμου

είναι χαραγμένο πάντα με γράμματα φωτιάς

μες στις ίριδες των σημαδιών που σέρνει –ένα υμνολόγιο

ταπεινό, μια σύνοψη βημάτων δίχως ίχνη

ξεχειλίζει συλλαβές αθωότητας και μνημούρια άμμου

από το σιωπηλό λαγήνι που ξεδιψά τα χείλη,

όταν νοσηρές λέξεις άριας αποσπώνται απ’ τα χέρια

συνθλίβονται στην αδιόρατη άβυσσο

μίας σελίδας–

να γράφεις είναι μια ώρα που τρέφεται απ’ τη μοίρα

το αγκάθι που καθηλώνει το σώμα σε πλέγματα από χαραυγές

μες στη νυχτιά

και τρυπά ψηλαφά συρράπτει τραύματα ανοιχτά

ξεσχίζει τη σάρκα

μέχρι να ματώσουν ακόμη και τα όνειρα

μέχρι η εικόνα ν’ ανθίσει στους ήχους της πηγής

οι σβολιασμένες αλφαβήτες στην κραυγή

*

(είναι αυτές οι φωνές που λείπουν από μια πέτρα

για να νιώσει τόξο που σκόπευσε προς τον ουρανό,

είναι αυτοί οι τονισμοί

που συνοδεύουν το σπόρο στον τάφο του φωτός του – στον πύρινο γκρεμό

όπου ο θάνατος είναι οιωνός εποχών,

προφητεία των καρπών και της θύμησης)

Fino all’ultima sillaba dei giorni

scrivere è un destino covato dall’ombra delle ore

la spina amorosa di chi non lascia niente alle sue spalle

perché essere cenere, sostanza di vento

è inciso da sempre a lettere di fuoco

nelle pupille dei segni che trascina – un canzoniere

infimo, un breviario di passi senza orma

tracima sillabe d’innocenza e memoriali di sabbia

dalla brocca si

lente che disseta il labbro,

quando parole malate d’aria si staccano dalle mani

precipitano nell’impercettibile abisso

di una pagina –

scrivere è un’ora covata dal destino

la spina che costringe il corpo in reticoli d’albe in piena notte

e punge fruga ricuce orli slabbrati lacera la carne

fino a che sanguinano anche i sogni,

fino a che l’immagine fiorisce in echi di sorgente

gli alfabeti rappresi dentro un grido

*

(sono queste le voci che mancano a una pietra

per sentirsi un arco lanciato verso il cielo,

sono questi gli accenti

che scortano il seme alla sua tomba di luce – al precipizio ardente

dove la morte è presagio di stagioni,

oracolo dei frutti e del ricordo)

*Από τη συλλογή «Στίχοι γραμμένοι με τα μάτια» (Μετάφραση -Επίμετρο: Ευαγγελία Πολύμου).

*Από το Ποιείν http://www.poiein.gr

Leave a comment