
photo: Vivian Maier Self-Portrait, 1953 Gelatin silver print 30.5 x 30.5 cm Vivian Maier/Maloof Collection, courtesy of Howard Greenberg Gallery
Όταν ονειρεύομαι το χρόνο
κρυώνω πολύ/
κι αν πω να αφεθώ να με συλλέξει/
γύρω μου πήζει και σφίγγει αμετάκλητος/
έτσι είναι ο χρόνος/
ένας γαλάζιος παγετώνας/
πάνω του βλέπω να αγκιστρώνονται/
λευκά ανθρωπάκια άσφαιρα/
με καρφίτσες εδώ κι εκεί/
άλλοι για να ορίσουν την αρχή τους
(-εδώ γεννήθηκα!-)/
ή να μετρήσουν και να αποτιμήσουν τις μέρες τους/
άλλοι για να ορίσουν την ίδια τη ζωή τους/
την μερίδα του χρόνου που τους αναλογεί προς κατανάλωση/
για τούτο τη γεμίζουν σημάδια και ορόσημα/
έτσι μετρήσιμη την κατανοούν περισσότερο/
και την αναπαράγουν λεκτικά/
τα μωρά που φέρνει ο πελαργός ξημερώματα Δευτέρας/
μια παλιοαρρώστια που εισέβαλε ένα απόγευμα όταν αποτραβιόταν στην κουζίνα το φως/
έναν έρωτα πολύτιμο/
που τον κράτησε ο πάγος σε χειμερία νάρκη τριάντα χρόνια/
τους στιγμιαίους θανάτους/
και τους χαμούς για πάντα/
των αγαπημένων/
τα μάτια των σκύλων μέσα στη βροχή/
Όλες οι καρφίτσες ταξιδεύουν αργά χαμηλότερα/
“χαμηλότερα” είναι μια λέξη που μας δείχνει τη βαρύτητα/
όμως -“αργά”/
είναι μια λέξη που χωράει στο χρόνο-
σταθερά/
γλύφοντας την ελάχιστη καμπύλη/
ακολουθώντας ένα νόμο υδροδυναμικής/
που είναι και μηχανική των ρευστών/
-έχει ο παγετώνας αυτό το πλεονέκτημα/
να είναι ένα στερεό ρευστό που ολισθαίνει-
σαν ηπειρωτική τεκτονική πλάκα/
στην κούνια της αιώνιας λάβας/
ή σαν αδιάθετο γατί/
που αναγνωρίζει τις διαφορές θερμοκρασίας/
από αγκαλιά σε αγκαλιά/
έτσι κι αλλιώς ο χρόνος ο ίδιος, δεν πονά-
ούτε ματώνει/
ούτε υποφέρει/
αν ήταν να διαλέξει να γίνει θεός/
θα γινόταν ένας Βούδας/
έτσι ψύχραιμος και υπεράνω που τοποθετείται/
στο λαϊκό νου/
-δεν καταδέχεται όμως τη θέωση -
περιέχει τους θεούς και τους καταπίνει/
στην απέραντη έκτασή του/
καβάλα παν οι άνθρωποι σε τούτο το συμπαγές ποτάμι/
βαστώντας τις καρφίτσες τους
σα να ‘τανε πηδάλια/
-ενώ δεν είναι ούτε καν βοηθητικές προπέλες-
κι όταν εγκαταλείπουν/
κανείς δεν αναρωτιέται/
γιατί οι καρφίτσες απομένουν ορφανές/
δίχως τους καπετάνιους τους/
ή ο,τιδήποτε
εν πάση περιπτώσει
επί της οντολογίας τους/
τι σηματοδοτούν επιτέλους αυτές οι καρφίτσες;
τη ματαιοδοξία των θνητών και πεπερασμένων/
να μετρήσουν το αιώνιο και άφθαρτο/
περιβάλλον του παντός/
*Από τη συλλογή “Ξηρασίες, η πρώτη μάχη”.
**Το ποίημα και η εικόνατης ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή στο http://loukopk.wordpress.com