Η αναλγησία είναι κατάσταση.
Ξεκινάει από τη μέση των γεγονότων
ποτέ από την αρχή
το κεφάλι ευκίνητο ακόμα
το στόμα μιλά, τα άκρα πάντα αμήχανα.
Λέει η φωνή πως το ρήγμα
έχει επέλθει, είναι βαθύ
δίνει σύνθημα με τον αντίχειρα
πως το καράβι χάνεται, οι αντλίες δεν αρκούν
κι όλα εκλαμβάνονται σαν αφήγηση
ασκούν στο περιβάλλον
τη γοητευτική τους επίδραση.
Η απελπισία μέχρι να διαφανεί
πριν την αγκύλωση
τυλίγεται στον λαιμό με τη χάρη
κόμης χρυσής, χαϊδεύει την παρειά
βάφει με ποιητικές χλωμάδες
τ’ ανήσυχα μέτωπα.
Η αναλγησία εμφανίζεται
μετά από ύπνο χωρίς όνειρα, ένα πρωί
όταν η ύπαρξη ξυπνάει χωρίς μνήμη.
Πατώντας στο σανίδι
να σταθεί προσπαθεί όπως μπορεί
με βλέμμα άτονο την πλάση ατενίζει.
