Πάψε, επιτέλους, να φιλονικείς – δεν υπάρχει κανένας απέναντι. Έχουμε εδώ και
χίλια χρόνια τιθασεύσει τη φωτιά, τετραγωνίζουμε τη βαρβαρότητα της ποίησης, ο
καθένας σώζεται μόνος του.
Μέγεθος της αδράνειας είναι η ψυχή, κι αυτό που ακούς τις νύχτες να παφλάζει είναι
το αίμα σου. Κατατρώει τις κρημνώδεις ακτές στις ανεξερεύνητες ηπείρους του
σώματός σου.
Δύστροπο σώμα. Με όργανα, χορδές και νόστιμες εκκρίσεις. Ξέρει όμως να
μετατρέπει την αθλιότητα σε ομορφιά. Μονάχα στις αισθήσεις αληθεύει, δεν
συμβολίζεται. Κι αν θες να σου φανερωθεί αυτούσιο, βρες ένα πάθος και
παραδώσου στο σφυρί του. Διότι ένα άνθος είναι απλώς ένα άνθος κι όχι η πορφύρα
μιας τρύπας στον κρόταφο.
Γι’ αυτό σου λέω να γκρεμίσεις τις γέφυρες. Οι αμνήμονες δεν ελπίζουν. Ο θεός τους
είναι πάντα ανήλικος.
***
Έχω δει τα φτερά σου να τρέμουν.
Έχω δει τα φτερά σου να καίγονται, καλέ μου.
