Σταγόνες βροχής πέφτουν πάνω στους τσίγκους
που παράτησε χθες βράδυ, όπως όπως, στο δρόμο
το συνεργείο επισκευών στραπατσαρισμένων ελπίδων
και αυτός ο ήχος, άχρονη θύμηση
απόηχος παιδικών αναμνήσεων,
σκονισμένων ονείρων
και σκουριασμένων συναισθημάτων.
Το σπίτι του Παππού μου με τα τσίγκινα υπόστεγα,
σκεπαστές αγκαλιές για τα ζώα της ζωής του.
Μια βροχερή Κυριακή με κυνήγησε ένα φτερό.
Ο ήχος της βροχής κυλούσε σαν λυγμός
ξεθωριάζοντας την κηλίδα του βαθύ κόκκινου
που έβαψε τις πλάκες της αυλής.
Με τρόμαξε το αίμα, η επιβολή του δυνατού,
το κατασπάραγμα του πουλιού.
Δεν κουνήθηκα, μόνο κοιτούσα
μια αόρατη δύναμη ακινητοποίησε τα πόδια.
Το φτερό, κινούμενο από τον άνεμο, κόλλησε πάνω μου
ζητώντας εξηγήσεις για την απάθεια μου.
Το αιλουροειδές με τα μουστάκια του να στάζουν αίμα
γύρισε και με κοίταξε με βλέμμα βαθύ και κίτρινο.
Με ευχαριστούσε που παρέμεινα μόνο θεατής
αυτού του άνισου αγώνα.
-Παππού Παππού κρύψε με στην αγάπη σου
φοβάμαι την εύνοια του αιλουροειδούς
ένα πούλι έρχεται στον ύπνο μου και ζητάει δικαίωση.
– κοιμήσου μικρή μου
πολλά πουλιά ζητούν δικαίωση,
εσύ είσαι ένα τόσο δα κοριτσάκι
και η αδικία του δυνατού πιο παλιά και από το θεό
πώς να τα βάλεις μαζί της χωρίς να γίνεις θεριό;
Έλα μη φοβάσαι
ο θεός είναι μεγάλος, κάποτε
θα δικαιώσει όλους τους αδικημένους.
Αυτός ο τσίγκινος ήχος
ήρθε από το πιο βαθύ σκοτάδι μου
για να μου ψιθυρίσει μοχθηρά
πως το πουλί έφυγε από μέσα μου
και η διάσταση είναι πια οριστική.
Πότισα με αντισκωρικό τα συναισθήματα μου.
Το πιο υποχθόνιο ξεσκούριασε πρώτο
μίσος.. ναι, μισώ το θεό
ποτέ δεν δικαίωσε το πουλί
ούτε τους εν ζωή αδικημένους.
Μισώ τον παράδεισο που υπόσχεται
μεταθανάτια δικαίωση
και τελειώνει τη ζωή με ήττα.
Τώρα πάω να ξεσκονίσω τα όνειρα μου.
Φωτογραφία: ROBERT AND SHANA PARKEHARRISON
