Μάτια πρασινοκύκλιαστα, μαύροι από κρεατοελιές,
βλογιοκομμένοι, με χοντρά δάχτυλα,
συσπασμένα
στ’ ατζιά. και πάντα μ’ ασαφείς καυγάδες
πλακωμένα
τα μέτωπα, όπως στους παλιότοιχους οι
ανθήσεις οι λεπρές.
Τ’ αλλόκοτά τους κόκαλα μπόλιασαν,
μ’ επιληπτικήν αγάπη,
στων καθισμάτων τους τον μαύρο σκελετό
απ’ το πρωί ως το βράδυ, τα πόδια τους
επί καιρό
ατέλειωτο, σε μια περσόνα πλέκουνε ραχητική.
Οι γέροι, με τις έδρες τους, πλοκαμό έχουνε
κάμει,
νιώθοντας να τους διαπερνά ένας ήλιος ζωηρός,
ή τρέμουν, μ’ ένα ρίγος φρύνου οδυνηρό,
τα χιόνια αν δουν να κρουσταλλιάζουνε στο τζάμι.
Κι η Έδρα καλοσυνάτη είναι μαζί τους:
βρακωμένη
στα σκούρα, υποχωρεί στων κώλων τις γωνίες
το άχυρο που βράζει από σπόρους – είναι
οι θημωνιές,
όπου η ψυχή παλιών ήλιων καίεται σμαλτωμένη.
Κι οι βιβλιοφύλακες, πράσινοι
κλειδοκυμβαλιστές,
κάτω απ’ την έδρα τους τα δέκα δάχτυλα χτυπούνε
σε τύμπανου ρυθμό: θλιμμένης βαρκαρόλας
παφλασμούς ακούνε
κι οι κεφαλές τους σ’ ερωτικούς σάλους
είναι αμολητές.
– Ω, μα μην τους σηκώνετε! Ναυάγια είναι…
Ξυνίζουν
τα μούτρα τους, γρυλλίζοντας σαν
δαρμένες γάτες,
και ω, λύσσα! ανοίγοντας, αργά, τις ωμοπλάτες,
στα φουσκωτά νεφρά τα πανταλόνια ξεφουσκίζουν.
Και τους ακούτε να χτυπούνε τις φαλάκρες
σε τοίχους σκοτεινούς, πατώντας και
πατώντας στα στραβά.
Από δαμασκηνιά άγρια πυρρόχρωμα
έχουνε κουμπιά,
που το βλέμμα απ’ των διαδρόμων σέρνουν τις άκρες.
Κι αόρατο έχουν χέρι, που σκοτώνει, μα το
βλέμμα τους έχει το φαρμάκι το μαύρο
διηθημένο,
που φορτώνει, στο μάτι που πονεί, σκύλο δαρμένο
κ’ εσύ ιδρώνεις, μπασμένος σε χουνί φριχτό.
Με τις γροθιές, μες στα βρώμια μανίκια τους, θα πάρουν
τη θέση τους, ποιοι τους σήκωσαν ενώ
σκέφτονται, ξανά,
κι από το πρωί ως το βράδυ, κάτω από
τα ισχνά
πηγούνια τους, οι αμυγδαλές τους πάνε να κρεπάρουν.
Κι όταν, κάτω απ’ τον αυστηρό ύπνο,
χαμηλώνουν
πάνω στα μπράτσα τους βαθιά τις κεφαλές,
αγάπες ονειρεύονται μικρές κι αληθινές
για πολυθρόνες, που λαμπρά γραφεία τις
πλαισιώνουν.
Όπως στον μίσχο των γλαδιόλων πέταγμα
νυμφών,
άνθη μελάνης, που έφτυσε κομμάτων γύρη,
τους λικνίζουν οι κάλυκές τους, που έχουν γείρει,
-κ’ ερεθίζεται ο μπούτσος τους από τα
γένια των σταχυών.
*Μετάφραση: Άρης Δικταίος
