Κοίταξε τον καθρέπτη
βλέποντας μια γερασμένη έαρ να ζωγραφίζει με νότες
την πορεία της στην περατότητα της θνητότητας
μαριονέτες, κούκλες και τρενάκια
ξεπήδησαν από την τσέπη της χορεύοντας στους ρυθμούς του Διονύσου,
μα οι μάσκες πάγωσαν κι έπεσαν,
οι Βάκχες σιώπησαν όμως ο οίνος
έρεε αμαρτωλά στη συνείδησή τους.
από τη ματιά μου ξεπήδησε ένας ήλιος, ματωμένος
έκλαιγε, ώσπου αναγκάστηκα να τον τυφλώσω
για να μην απαγχονιστεί ένεκα της ικανότητάς του
να ενοφθαλμίζεται τα πεπραγμένα και μη της ανθρωπότητας.
Μετανοώ εις το διηνεκές στην περατότητα των υπάρξεών μου,
από τότε ζωγραφίζω ήλιους ευνουχίζοντας τις ακτίνες τους.
Ανίκανη, πασχίζοντας το ακατόρθωτο.
όλα εις μάτην
κι η αιτία ∙ ασυναίρετος εσύ, κι ο πόνος αμετάβατος
Νέττα, 18/7/2013
