Τω αγαπητώ μοι Ι.Μ. Μαγκανάρα
Φροντίζω για να βρω δουλειά, παρακαλώ τον ένα
του λέγ’ αφέντη πάρε με να εργασθώ κι εμένα,
να σκάψω για ‘λίγο ψωμί, να θρέψω τα παιδιά μου
να σου δουλέψω και εγώ μ’ αυτόν τον ίδρωτά μου.
Με την αξίνη τη βαρειά σε κουρασμένο ώμο
Γυρίζω για να βρω δουλειά σ’ ένα σ’ άλλο δρόμο.
Όλοι μου λέγουν: έχουμε εργάτας σταις δουλειαίς μας
περίσσιους, τους αναπληρούν τώρα αι μηχαναίς μας.
Αν δε κανένας σε δουλειά με πάρη από λύπη,
το ‘μεροδούλι δεν αρκει και το ψωμί μου λείπει.
Σε παγωμένο έδαφο, σε κρύα ατμοσφαίρα
για το ψωμί μου μοναχά εργάζομ’ όλη ‘μέρα!
Σκάπτω τα έγκατα τη γης, στα μεταλλορυχεία
και ζωντανό με θάπτουσι τα χώματα τα κρύα.
Ο ήλιος του καλοκαιριού μου λυώνει το κορμί μου
‘σαν το κερί, μαρτύριο είν’ όλη η ζωή μου.
Σεις που κοιμάσθε ήσυχοι σε πλούσιο κρεββάτι
Που βλέπετ’ όνειρα χρυσά, όταν σφαλάτε μάτι
όπου ξυπνάτε την αυγή με χείλι γελασμένο
‘ρωτήσατε και τον πτωχόν εργάτην τον καημένο,
πόσα τον δέρνουν βάσανα, πόσον ιδρώτα χύνει
για ν’ αποκτήση το ψωμί, που πλούσιος το δίνει
‘σαν να το βγάζη απ’ την καρδιά, με γυγαιτό με πόνο
κι αγανακτεί πώς δούλεψα δώδεμα ώραις μόνο!
*Δημοσιεύτηκε στην αναρχική εφημερίδα της Πάτρας “Επί τα Πρόσω” Νο 2 (15), 7 Απρίλη 1896. Ο Ι. Μ. Μαγκανάρας ήταν ο εκδότης της εφημερίδας. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τον Γεώργιο Κ. Βαρβάτη (ή Βαρβατή).
