μήνας,
από το χώμα
βγαλμένος, με αμυχές
στους φακούς της εστίασης,
χωρίς αγαλματίδια
στις παρέες των
γέλιων,
μόνο πλατύγυρα καπέλα
στα μισόκλειστα
μάτια
της υπόνοιας
και δάκτυλα εμπόλεμα
να πλέκουν συρματοπλέγματα κι εγώ,
να βλέπω την ουσία να βγάζει τον Νέρωνα,
ά ναι
και να γεμίζει
ο ομφαλός της μισάνοικτης
στέγης,
με θανατοποινίτες
του παραδείσου:
παράδοξα σε τυχαίους πλανήτες,
στα έσχατα
του υπογείου της αναμονής,
με τους ερημίτες
της σάρκας μου,
να αλυσοδένουν πινελιές ευτυχισμένων
λέξεων, φυσικά,
οι στίχοι είναι για να κλέβουν νοήματα,
από το
κενό της ψυχής
και να τα κάνουν απόπειρες,
για να γεμίζουν
φιάλες
αίματος,
για τα όνειρα
που υποφέρουν στις αμμοσπηλιές
της θεϊκής
μοχθηρίας,
γι’ αυτό,
θα με πιάσουν για κατοχή λέξεων παιδικών:
τους μορφασμούς
τρομοκρατούν,
τους
αυριανούς.
alexmil ©
Kieran Sperring από Surrealismo
