Κάποτε το σκαθάρι βαριεστά
σου γυρνά τις πλάτες κι αλαργεύει
ότι δεν του πάει η μεταφυσική
μόνο η κιθάρα του κι ένας σβώλος κοκκινόχωμα
ίσα να κλείσει η εμπατή
να κλειστεί βαθιά εκεί κάτω
να μη μαθαίνει
και μόνο σαν έρθει ο καιρός
απάνω να διαβαίνουν τα νερά
και στην ευλογημένη λάσπη να βουλιάζουνε τα κάρα
ν’ ακούει να θυμάται.
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πολιτιστική”, τ. 17, σελ. 34.
