Πως άλλαξε
η Τραπεζούντα
μόλις
έφτασε κοντά μας.
Ολονυχτίς
Περιμέναμε
τα τελευταία της σπίτια,
αλλά το πρωί
φάνηκε στρατός.
Κυνηγημένοι
απ’ το ζώο Ισλάμ,
μ’ όλα
τ’ αρχεία καημένα
και τη ζωή
αμπολυτή σαν κοπρόσκυλο,
δίχως παρελθόν,
μ’ όλες τις μνήμες
συμπυκνωμένες
απάνου στο πετσί,
είπαμε.
«Αξίζει ο άνθρωπος».
Και φύγαμε
για τη πόλη Ταρσό
να συζητήσουμε
για το δικαίωμα
του εμετού,
και τη τύχη
των θριάμβων,
για το τέλος
της εξουσίας του χώρου.
Ασφυχτικά
στριμωγμένοι στο τραίνο
μ’ άρχοντες
φοβηθήκαμε
τη σφαγή.
Αλλοίμονον
ο πλούτος.
Ο καρδινάλιος
ερωτευμένος
με το βαρονέτο,
ανταλλάσουνε τα κλειδιά
των πόλεων.
Βαρύτητα
είναι
η εθνική ιστορία!
Το ιδιωτικό
μουσείο των Ελλήνων.
Οι κοντυλοφόροι.
Η κρατική τους
χορηγεία.
Αυτό
το συμπαγές ζεύγος.
Ο έρως
των πραγμάτων.
Τ’ όνομά σας
Το κενό..
Το κενό…
Κάπου
έξω απ’ το μούτρο σας
αρχίζει
το Πάνθεο των πληβείων.
Το όλον μου
αντιμετωπίζει
το κάτι σας.
Θα συλληφτούμε.
Θα θέσουμε τη σάρκα μας
στη διάθεση
των πυγμαίων σας.
Κι ύστερα
θα μετρηθούμε.
Όλοι κι όλοι
χίλια εκατομμύρια
μεταχειρισμένοι,
άχρονοι, ανυπόληφτοι,
προικισμένοι
με το λαϊκό ελάττωμα
της αγάπης,
υπήρχαμε.
*Από τη συλλογή “Η Πράξη”, Πύργος Ηλείας, 1985.
