Ξυπνούσε τη νύχτα. Την έβλεπα
κάθε πρωί στο μουντό φως να γυρίζει στους δρόμους
σαν ένα φεγγάρι που χάνει το δρόμο του.
Σαν ένα φεγγάρι που το δέρνουν οι άνεμοι
και το πνίγουν τα σύννεφα. Τα χοντρά της παπούτσια
θορυβούσαν περίεργα, λες και περνούσαν
νικηφόροι στρατοί. Ήταν ένα κλωνάρι
λυγαριάς που δε μέστωσε. Εκείνη την ώρα
ξυπνούσαν οι φάμπρικες με χοντρά μαύρα χέρια
για να πνίξουν τον ήλιο. Ένα τέταρτο δρόμος.
Ώσπου ν’ άνοιγε η μια πόρτα έκλεινε η άλλη
και ντουβάρια που ψήλωναν για να κρύψουν τον ήλιο.
Ένα τέταρτο δρόμος.
Κι η μέρα δεν ήταν παραπάνω από τέταρτο.
Τα χοντρά της παπούτσια
μετρούσαν τις μέρες και τα χρόνια με τέταρτα.
Μετρούσαν τον ήλιο και το φως με στιγμές.
Πόσος ήλιος και πόσο φως καθρεφτίστηκε
στα μεγάλα της μάτια; Πόσο πήρε μαζί της;
χαιρετίσματα στ’ άλλα μικρότερ’ αδέρφια της
που κοιμούνται στη γη;
*Το ποίημα του Κώστα Γαρίδη είναι παρμένο από εδώ http://poihtikostayrodromi.blogspot.gr/search/label/%CE%93%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82%20%CE%9A%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82
