ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΟΥΣΕ Ε Ι Ν Α Ι
Κόκκινη θυσία
με ονειρεύτηκες;
Ανάδρομες λέξεις
ψευδίζουν στο ημίφως.
Ο τελευταίος πυρετός
μου ‘φαγε τα πόδια
στην οδοντωτή γραφή του ποιήματος.
Σε σκήτη νευρώνων εγκαταβιοί
χλωροφύλλη ιλίγγου
κι εκκρεμεί υπόγειο
Τίποτα
μα ευτυχώς η συνθήκη διαβρώνεται
από μετάληψη κι άγριες καμπάνες.
Ακολουθεί το θαύμα:
με γύρη στα μάτια
και γρήγορη ψυχή
αυτό που περπατούσε
Είναι
—
ΓΚΡΙ ΛΙΝΑ ΤΣΑΛΑΚΩΜΕΝΑ
στο τραπέζι της η Πασιφάη
και τα ποτήρια από κέρατο
τα σημειώματα δίναν και παίρναν
με τους οινοχόους να χασκογελούν.
Η Πασιφάη
τα βράδια χαμογελούσε
με το ‘να φρύδι σηκωμένο
όταν κερνούσε
γλυκό κρασί τον Μίνωα
στα κεράτινα ποτήρια.
Εκείνα τα βράδια
που ανενόχλητη ασελγούσε
στον Ταύρο του θεού.
Στο πάτωμα τα θλιμμένα νύχια της
γίναν με τα χρόνια
δέντρα.
Δέντρα με ρίζες
ίσαμε τα σπλάχνα του Λαβύρινθου.
—
ΜΙΣΟΦΩΤΙΣΜΕΝΟ
Οι δρόμοι με θυμώσανε
Οι γοργές αναπνοές
οι πηλοί στα νύχια
στα χαλίκια, στα κατράμια
τα γούνινα καθαρματάκια
που ρουφούσαν το φεγγάρι
τα τσιγκέλια των δέντρων στην πλάτη
το μαύρο μέταλλο
που έβραζε από χάος κι από χάος
το ξεραμένο μου λαρύγγι
και στα πλευρά της Ανδρομέδας
μπηγμένη
του μυαλού η αποκριά.
Τελικά ο επίλογος υπήρξε τροχοφόρος.
*Από τη συλλογή “Χαμηλές οκτάβες”, εκδ. Φαρφουλάς, 2013. Η ποιήτρια διατηρεί το δικό της ιστολόγιο Ψυχοναύτες στη διεύθυνση http://doumoustella.wordpress.com Η εικόνα της ανάρτησης προέρχεται από εκεί.
