Κυκλώσανε το σώμα
γυρέψανε
θυμάρια και κλωνιά
χαρές του νυφοπάζαρου,
της πόλης το αρμένισμα
απάνου στο κορμί τους.
Μετά την ένωση
μιλήσανε
για τις φτωχές κηδείες.
Κλαίνε λιοντάρια τη μορφή,
στηρίζουνε
τα σαρκινά τους πόδια,
ρινόκεροι
και μύριοι αδελφοί
ξεχύνονται στη δούλεψη.
Παράμορφα κομμάτια
μαζώχνουνται ευλαβικά.
Μετά την ένωση.
Μετά την κρούση.
Άνθρωποι σέρνουνε το χορό
καθώς το σώμα φτειάχνεται.
Αχόρταγοι πιστοί.
Η θύμηση της προσευχής
του κόπου η αγάπη,
λατρεία για το οίκημα
το έργο και τα σκεύη,
επνίξανε τη λευτεριά
του αποχωρισμού.
Χοροί γιομίσανε
τις γιορτινές συνάξεις,
οι πόλεμοι τις ερημιές,
οι φίλοι κι εχθροί
γιομίσανε το στόμα.
Θαφτήκανε οι σκαλωσιές
σωθήκανε οι εργάτες.
Σε ήλιους μακρινούς
ακούσανε ψιθύρους,
όπου το φως τους έτρεμε
μες στο νεκρό το στίβο.
Κοστίζουνε τα ταξείδια,
τη λησμονιά του δρόμου
ξεσπίτωμα και εργατικά.
Συνάντησες με αδελφούς.
Στηλώνουνε ολημερίς
τις άπνοες αχτίνες.
Αδιάκοπα τους ψέλνουνε
της δύναμης τραγούδια.
Ύμνους,
όπου μορφή τους δώκανε
για τ’ άνθη και τα δένδρα.
Πιστεύουνε σε μια στιγμή
πως δύναμη
μες στο κορμί τους έχουνε.
Αχτίνες,
που αναθαρήσατε,
μας είπατε πως γρήγορα
θε νά ‘χουμε ταξείδι.
Ξένες αρχίσανε
να φαίνουνται οι αυλές,
και τα χωριά με βιάση,
χρόνια και χρόνια σπρώχνουνε
το φόρτωμα,
όπου ‘ρθε μιαν αυγή,
όπου ‘σανται
στο σβήσιμο κοντά.
Οι μέρες, που τ΄άψηλα
θαρχίσουνε,
βουνά να τους τρυπάνε,
κοντά τους είναι κιόλας.
Τους διώχνουνε τα χωριά
κι οι πολιτείες τάφοι
λαβωματιές, το σίδερο,
ο ήλιος, το φεγγάρι,
η μαύρη η ψυχή της γης.
*Το ποίημα προέρχεται από την ποιητική συλλογή “Σώματα” που εκδόθηκε στον Πύργο Ηλείας το 1977. Διατηρείται η ορθογραφία, αλλά όχι το πολυτονικό σύστημα γραφής του ποιητή. Το εξώφυλο της συλλογής που δημοσιεύεται εδώ προέρχεται απο τη Δημίσια Βιβλιοθήκη Πύργου.
