ΠΡΟΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ
Το βράδυ ακούγεται η κραυγή των νυχτερίδων,
δυο μαύρα άλογα καλπάζουν στο λιβάδι,
θροΐζει κόκκινο σφεντάμι.
Ο οδοιπόρος· το μικρό καπηλειό στον δρόμο του προβάλλει.
Θαυμάσια η γεύση τους: φρέσκο κρασί και καρύδια.
Θαυμάσια: μεθυσμένος να τρεκλίζεις στο μισοσκότεινο δάσος.
Μέσα απ’ τα μαύρα κλαδιά θλιβερές αντηχούν οι καμπάνες.
Και στο πρόσωπο στάζει δροσιά.
ΣΕ ΠΑΛΙΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΑΛΜΠΟΥΜ
Διαρκώς, μελαγχολία, επιστρέφεις·
γλυκύτητα εσύ της έρημης ψυχής.
Ως στο τέλος καίει μια μέρα χρυσή.
Ταπεινά ο υπομονετικός καταβάλλεται απ’ τον πόνο
στενάζοντας αρμονία και τρυφερή παραφροσύνη.
Δες: ήδη σκοτεινιάζει.
Νύχτα έρχεται πάλι κι ένας θνητός θρηνεί
και με κάποιον άλλο συμπάσχει.
Τρέμοντας, κάτω από άστρα φθινοπωρινά,
γέρνει βαθύτερα, κάθε χρόνο, το κεφάλι.
*Μετάφραση: Μιχάλης Ππαπαντωνόπουλος
**Παρμενο από το http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com.au/2008/10/gedichte-1913.html
